Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περιμέναμε δείχνουν τα στοιχεία: Όσο «προστατεύεις» τους εργαζόμενους, τόσο πιο άδικη είναι η κοινωνία…
Σημαντικό στοιχείο του δημόσιου διαλόγου για την οικονομία είναι τελευταίως η συζήτηση για τον καταμερισμό του πλούτου στην Κύπρο. Η κοινή λογική λέει πως, εάν οι εργαζόμενοι «προστατεύονται» από το κράτος και τις συντεχνίες τους, τότε, λογικά, θα αυξηθούν οι μισθοί και θα βελτιωθεί η ανισομερής κατανομή του πλούτου στην κοινωνία.
Για αρκετό καιρό, όμως, η ίδια συζήτηση ανάμεσα σε οικονομολόγους δεν στρέφεται προς τα ίδια συμπεράσματα. Η λογική πως δυνατές συντεχνίες μεταφράζονται σε πιο δίκαιη κοινωνία δεν είναι χωρίς κενά. Πολλοί οικονομολόγοι, μέσα από θεωρητικές αναλύσεις αλλά και ανάλυση στοιχείων, έχουν φτάσει στο συμπέρασμα πως πολλές φορές οι θεσμικές αλλαγές που μειώνουν τις τριβές στην αγορά εργασίας, καθιστούν πιο ισομερή την κατανομή του πλούτου σε μια κοινωνία.
Όπως φαίνεται όμως και στα δικά μας στοιχεία, αυτό το συμπέρασμα έχει ένα όριο: Ενώ το άνοιγμα της αγοράς εργασίας συσχετίζεται με τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου μέχρι ενός σημείου, από κάποιο σημείο και μετά η σχέση αρχίζει να αντιστρέφεται, όπως φαίνεται και στο γραφικό (ομάδα κρατών Ηνωμένου Βασιλείου, Ελβετίας, Δανίας και Ισλανδίας). Σημειώνεται, όμως, πως σε γενικές γραμμές αυτά τα κράτη είναι πλουσιότερα από τα άλλα.
Δίκαιη κοινωνία
Στην Κύπρο, η συγκεκριμένη συζήτηση έχει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον. Τόσο προεκλογικά, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο, η λογική της νομοθετημένης προστασίας των εργαζομένων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης να οδηγήσει τον τόπο σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή τη λογική και δείχνουν πως η όποια ρυθμιστική ή νομοθετική επέμβαση στην αγορά εργασίας πρέπει να γίνεται πολύ προσεκτικά.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως ο συσχετισμός μεταξύ του ανοίγματος της αγοράς εργασίας και του δικαιότερου καταμερισμού του πλούτου στην κοινωνία, δεν είναι θετικός, αλλά αρνητικός. Με άλλα λόγια, ο καταμερισμός του πλούτου γίνεται πιο δίκαιος με το άνοιγμα της αγοράς εργασίας και όχι με την εισαγωγή σε αυτήν περιοριστικών όρων. Αυτό προκύπτει από μια απλή σύγκριση των στοιχείων που αφορούν μια σειρά από χώρες. Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα πως ο καταμερισμός του πλούτου είναι, σε γενικές γραμμές, δικαιότερος στις χώρες που έχουν πιο ανοικτή αγορά εργασίας ή, κατά το World Economic Forum, πιο «αποδοτική» αγορά εργασίας.
Αυτό το συμπέρασμα εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται αντίθετο στη λογική. Οι πλείστοι θα ανέμεναν πως η βελτίωση της προστασίας των εργαζομένων θα ήταν πιο λογικό να οδηγεί σε δικαιότερο καταμερισμό του πλούτου, μέσα από την αύξηση των μισθών, τη βελτίωση των όρων εργασίας κ.ο.κ.
Με βάση όμως τις οικονομικές αναλύσεις, αυτό το συμπέρασμα δεν είναι περίεργο. Μια σειρά από θεωρίες μπορούν να δώσουν απλές εξηγήσεις στο γιατί η αγορά καταλήγει σε αυτό το αποτέλεσμα.
DMP
Μια πρώτη εξήγηση μπορεί να προκύψει μέσα από τη θεωρία DMP (Diamond, Morgensen, Pissaridis). Η θεωρία, η οποία κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών πέρσι, ασχολείται με τον τρόπο που οι τριβές στην αναζήτηση στην αγορά εργασίας, οδηγούν σε μη βέλτιστα αποτελέσματα. Πολιτικές όπως η υπερβολική προστασία των θέσεων εργασίας, η αύξηση των κατώτατων μισθών και η ενίσχυση των συντεχνιών, δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας. Ουσιαστικά, οι πολιτικές αυτές δημιουργούν εμπόδια στη δημιουργία –αλλά και καταστροφή– θέσεων εργασίας.
Αποτέλεσμα αυτών των στρεβλώσεων είναι να μην καταλήγει ο κάθε εργαζόμενος –ή δυνητικά εργαζόμενος– στη θέση εργασίας που του «ταιριάζει» καλύτερα. Με τη σειρά της, αυτή η στρέβλωση οδηγεί σε μειωμένη αποδοτικότητα των εργαζομένων, αφού αυτοί καταλήγουν σε θέσεις εργασίας όπου οι επιδόσεις τους είναι χαμηλότερες από τις υψηλότερες δυνατές. Τέλος, με χαμηλότερες επιδόσεις –και χαμηλότερο εισόδημα για τους εργοδότες τους– οι εργαζόμενοι βιώνουν σημαντικές πιέσεις στους μισθούς τους.
Ουσιαστικά, τα μέτρα που ως στόχο έχουν να στηρίξουν τους εργαζόμενους και να προστατέψουν τις θέσεις εργασίας, τελικά ασκούν πιέσεις στα εισοδήματά τους, μέσα από τις στρεβλώσεις που προκαλούν στην αγορά.
Επιπλέον, σημειώνεται πως, απότοκο μιας ανάλυσης που έχει ως αφετηρία τη θεωρία Πισσαρίδη, είναι ότι, μέσα από πολιτικές που αυξάνουν θεωρητικά την προστασία των εργαζομένων, στην πράξη δημιουργείται μειωτική πίεση στους μισθούς και αυξητική πίεση στην ανεργία. Το δεύτερο συμβαίνει διότι οι πολιτικές προστασίας των θέσεων εργασίας καθιστούν πιο ελκυστική την κατάργηση θέσεων εργασίας για τις επιχειρήσεις και λιγότερο ελκυστική τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Και τα δύο αποτελέσματα (η μείωση των μισθών και η αύξηση της ανεργίας) αυξάνουν την αδικία στον καταμερισμό του πλούτου στην οικονομία. Πιο απλά, οι «έχοντες» δεν επηρεάζονται, αλλά οι εργαζόμενοι επηρεάζονται σημαντικά από αυτές τις πολιτικές.
Από την ίδια θεωρία προκύπτει και μια ασφαλής πρόβλεψη, συγκεκριμένα για την πιο πρόσφατη πολιτική που ακολουθήθηκε στην Κύπρο, δηλαδή την αύξηση του κατώτατου μισθού. Η πολιτική αυτή, σύμφωνα με τη θεωρία DMP, αυξάνει την ανεργία και μαζί της την ανισομέρεια στην κατανομή του πλούτου στην οικονομία. Εικάζεται, πάντως, πως αυτή πρέπει να ήταν μία από τις υποδείξεις του Κύπριου νομπελίστα κατά τις πρόσφατες συναντήσεις του με στελέχη της κυβέρνησης, όπως με την υπουργό Εργασίας.
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως από την ίδια θεωρία προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, πως η προώθηση της τεχνολογίας και η αύξηση του λόγου του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, υπόσχονται να αυξήσουν την αποδοτικότητα των εργαζομένων. Έτσι, θα αυξηθούν οι μισθοί και θα μειωθεί η ανισομέρεια στην κατανομή του πλούτου.
Εντός και εκτός
Μια δεύτερη εξήγηση μπορεί να έρθει μέσα από το μοντέλο «insider-outsider». Το μοντέλο αφορά, σε μεγάλο βαθμό, τον ρόλο που διαδραματίζουν τα συνδικάτα και οι συντεχνίες στη δημιουργία ανισορροπιών στην αγορά εργασίας. Βασικό σημείο της θεωρίας είναι η σύγκριση μεταξύ των προνομιούχων εργαζομένων με τους μη προνομιούχους άνεργους.
Σύμφωνα με τη θεωρία, οι εργαζόμενοι που απολαμβάνουν προνόμια και συντεχνιακή στήριξη, έχουν σημαντικά κίνητρα να ασκήσουν πιέσεις για αύξηση των μισθών σε επίπεδα που δημιουργούν αντικίνητρα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Έμμεσο συμπέρασμα της θεωρίας είναι πως η βασική σύγκρουση δεν είναι τόσο μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων, όσο μεταξύ των εργαζομένων που είναι μέλη συντεχνιών και των ανέργων. Μάλιστα, μέρος της θεωρίας αναφέρεται σε παρεμπόδιση των δυνητικά νεοεισερχομένων υπαλλήλων από τους «παλαιότερους».
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η θεωρία αναγνωρίζει πως τα εμπόδια που υπάρχουν στην πρόσληψη ή και απόλυση εργαζομένων, οδηγούν σε αυξημένη ανεργία, και επομένως σε αυξημένη ανισομέρεια στην κατανομή των εισοδημάτων. Πέρα από τον ρόλο των συντεχνιών, σημαντικό ρόλο στη δημιουργία αυτών των εμποδίων διαδραματίζει και η πολιτική που ακολουθείται, καθώς και η νομοθετική ή άλλη ρύθμιση της αγοράς εργασίας από το κράτος.
Από τη θεωρία, προβλέπεται πως οι μισθοί των εργαζομένων πιέζονται προς τα πάνω. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, αυξάνεται η ανεργία. Ο συνδυασμός των δύο οδηγεί σε αυξημένη ανισομέρεια στην κατανομή εισοδημάτων, διότι η αύξηση των μισθών των ήδη εργαζομένων είναι μικρότερη από το απολεσθέν εισόδημα όσων παραμένουν άνεργοι.
Σημαντική παράμετρος της θεωρίας, όμως, είναι πως σε περιπτώσεις όπου η οικονομία υφίσταται σοκ και η απασχόληση μειώνεται, τότε ο αριθμός των εργαζομένων (insiders) μειώνεται λόγω της αυξημένης ανεργίας. Έτσι, οι ήδη προνομιούχοι εργαζόμενοι έχουν ισχυρά κίνητρα να πιέσουν για περαιτέρω αυξήσεις στους μισθούς όταν η οικονομία αρχίσει να εξέρχεται της κρίσης.
Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται εσχάτως και στην Κύπρο, όπου η απασχόληση δεν επανέρχεται στα προ της κρίσης επίπεδα, ούτε ακολουθεί τους ρυθμούς εξόδου από την ύφεση. Την ίδια στιγμή, όπως προβλέπει η θεωρία, οι μέσοι μισθοί σημειώνουν αύξηση. Αποτέλεσμα είναι να παρατηρείται «υστέρηση», δηλαδή μια μόνιμη αύξηση στα «φυσιολογικά» επίπεδα ανεργίας (NAIRU).
Γενικότερο άνοιγμα
Γενικότερα, η μεγαλύτερη κινητικότητα στην αγορά εργασίας βοηθά στην επίτευξη βέλτιστων αποτελεσμάτων για όλους: Οι εργαζόμενοι μπορούν να βρουν τις καλύτερες θέσεις εργασίας, με τους υψηλότερους μισθούς και τους καλύτερους όρους εργασίας, ενώ και οι επιχειρήσεις μπορούν να εντοπίσουν τους καλύτερους υπαλλήλους για τις θέσεις εργασίας που ανοίγονται.
Γενικότερα, μια ανοικτή αγορά εργασίας μεταφράζεται σε συχνές μετακινήσεις εργαζομένων από μια θέση εργασίας σε άλλη, για την οποία είναι πιο κατάλληλοι. Η αυξημένη συχνότητα μετακινήσεων, στις πιο πολλές οικονομίες μεταφράζεται πολύ συχνά σε αυξήσεις μισθών αλλά και σε προαγωγές. Έτσι, σε μακροσκοπικό επίπεδο, το άνοιγμα της αγοράς εργασίας δημιουργεί και πιο πολλές ευκαιρίας ανέλιξης για τους εργαζόμενους, κάτι που μεταφράζεται και σε πιο δίκαιη κατανομή του πλούτου της οικονομίας, τουλάχιστον στο μέσο και μακρύ διάστημα.
Προσοχή στις πολιτικές
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο γραφικό, δείχνουν ξεκάθαρα πως το άνοιγμα της αγοράς εργασίας και η μείωση των στρεβλώσεων οδηγούν σε μια πιο «δίκαιη κοινωνία». Σε αντίθεση με την προσδοκία πως θα επιτύχουν τον σκοπό τους οι πολιτικές που (εκ πρώτης όψεως) φαίνονται ευεργετικές για τους λιγότερο προνομιούχους, δεν υπάρχει ουσιαστική αμφιβολία πως το καλύτερο για τους πολίτες είναι η αφαίρεση των στρεβλώσεων και όχι η αύξησή τους.
Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να τύχουν προσεκτικής ανάλυσης από την κυβέρνηση. Υπάρχουν, για παράδειγμα, τεκμήρια που ενισχύουν την εκτίμηση πως η αύξηση των κατώτατων μισθών, περισσότερο κακό κάνει στους λιγότερο προνομιούχους παρά καλό. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Κύπρου, πέρα από τη φυσιολογική αύξηση της ανεργίας που δημιουργείται από την αύξηση των κατώτατων μισθών, υπάρχει και το πρόβλημα της αδήλωτης ή παράνομης απασχόλησης.
Δεν είναι δυνατόν, επομένως, να αποβεί σε όφελος των εργαζομένων η αύξηση των κατώτατων μισθών, εκτός κι αν αυτή συνοδευτεί με μια σειρά από άλλα μέτρα: Πρώτο, αυστηρή, ολοκληρωμένη και μόνιμη εκστρατεία κατά της παράνομης απασχόλησης, με απαγορευτικές ποινές, κάτι που δεν έχει γίνει, παρά τις εξαγγελίες. Δεύτερο, κίνητρα για εισαγωγή νέας τεχνολογίας ή τεχνογνωσίας και αύξηση του λόγου του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο. Τέλος, ταυτόχρονη μείωση των γραφειοκρατικών και νομοθετικών «παρεμποδίσεων», τις οποίες επιβάλλουν το κράτος και οι συντεχνίες στην αγορά εργασίας.
Φυσικά, άλλοι παράγοντες, όπως η ανακατανομή του πλούτου μέσα από τη φορολογία, τα επίπεδα τεχνολογίας σε μια οικονομία καθώς και ο λόγος του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο στην κατανομή του πλούτου. Ούτε και πρέπει να θεωρείται πως η κατανομή των μισθών είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τον καταμερισμό του πλούτου σε μια οικονομία. Ωστόσο, τα στοιχεία οδηγούν σε ένα ασφαλές συμπέρασμα: Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.
INFO
Το γραφικό δεν πρέπει να αναγνωστεί ως ακαδημαϊκή έρευνα. Δεν περιέχει τις απαραίτητες διορθώσεις, ενώ και η αξία του R-squared στη γραμμή που δείχνει την τάση, είναι αρκετά χαμηλή. Δεν γίνεται, επίσης, διόρθωση για τον ρόλο των άλλων παραμέτρων –εκτός από το άνοιγμα της αγοράς εργασίας– που επηρεάζουν την κατανομή του πλούτου.
Τέτοιες παράμετροι μπορεί να είναι η φορολογική πολιτική, η έμφαση του κράτους στην ανακατανομή του πλούτου μέσα από δημόσια έργα, η βιομηχανική πολιτική και η μεταναστευτική πολιτική. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης και η διάρθρωση της κάθε οικονομίας.
Επιπλέον, δεν γίνεται διαχρονική σύγκριση εντός της κάθε χώρας, στην οποία να διαφαίνεται το κατά πόσον το άνοιγμα της αγοράς εργασίας οδηγεί διαχρονικά και εντός της ίδιας οικονομίας σε πιο δίκαιο καταμερισμό του πλούτου.
Είναι, ωστόσο, απόλυτα φανερό και ξεκάθαρο πως, όσο πιο ανοικτή είναι μια αγορά εργασίας, τόσο πιο δίκαιος είναι ο καταμερισμός του πλούτου στην κοινωνία. Σημειώνεται πως στη γραμμή τάσης εξαιρούνται δύο ομάδες κρατών: από τη μια οι PIGS, που δείχνουν μια δική τους τάση, με αυξημένη ανισομέρεια κατανομής, και από την άλλη οι πιο προηγμένες και συγκριτικά πολύ ανοικτές αγορές εργασίας (Ηνωμένο Βασίλειο, Ελβετία, Ισλανδία και Δανία), που αποτελούν μια δική τους κατηγορία. Αυτή η τελευταία κατηγορία, πάντως, μαρτυρεί πως το απόλυτο και υπερβολικό άνοιγμα της αγοράς αρχίζει, κάποια στιγμή, να επιδεινώνει αντί να βελτιώνει τον καταμερισμό του πλούτου.
Για τα στοιχεία, χρησιμοποιούμε τον δείκτη Gini της κάθε χώρας (με βάση το 100 αντί το 1 για λόγους ευκολίας). Τα στοιχεία είναι της Eurostat. Όσο πιο ψηλός είναι ο δείκτης στον κάθετο άξονα, τόσο πιο άδικος είναι ο καταμερισμός του πλούτου στην οικονομία. Αρχικά, προτιμήσαμε τον εναλλακτικό δείκτη S20/S80, επίσης της Eurostat, αλλά παρατηρήθηκε μια μικρή ασυνέπεια, διότι τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα ήταν άλλης χρονικής στιγμής από εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά εργασίας.
Έτσι, καταλήξαμε στη σύγκριση του δείκτη Gini της Eurostat για το 2009, σε σχέση με την αξιολόγηση της κάθε χώρας από το World Economic Forum (WEF), όσον αφορά στο άνοιγμα της αγοράς εργασίας, επίσης για το 2009. Πιο πρόσφατα στοιχεία δεν υπάρχουν και συνιστάται προσοχή, διότι πολλοί πολιτικοί επικαλούνται στοιχεία για τον καταμερισμό του πλούτου στην Κύπρο, τα οποία όμως είναι τουλάχιστον δύο ετών. Οι αξιολογήσεις της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης της Κομισιόν (DG Empl) συνάδουν με τις αξιολογήσεις του WEF.

[…] εκείνων που δεν την έχουν τόσο καλά αλλά τελικά θα την πληρώσουν. Εδώ που φτάσαμε, η δειλία αποτελεί την πιο σταθερή […]
[…] Παρά τα ανοίγματα της ΠΕΟ προς τους Τουρκοκύπριους, σε γενικές γραμμές το συνδικαλιστικό κίνημα έχει αποτύχει σε αυτό το σημείο. Εάν κινούνταν με μεγαλύτερη επιτυχία για να προσελκύσουν ξένους εργάτες, θα κέρδιζε όλη η κοινωνία. Μάλιστα, αν κατάφερναν να δημιουργήσουν ουσιαστικότερους δεσμούς με τους ομολόγους τους σε χώρες «πηγές» εργαζομένων, τότε αυτό θα άλλαζε πολλά. […]