Εν μέσω κρίσης, αντί αυξήσεις ας ζητήσει επίδομα αριστείας η ΠΑΣΥΔΥ
Ως επιστήμη που μελετά τις ανθρώπινες επιλογές κάτω από συνθήκες σπανιότητας, τα οικονομικά ασχολούνται με την κατανομή των πόρων ανάμεσα στους πολίτες. Ο Ιταλός οικονομολόγος, του 18ου αιώνα, Βιλφρέντο Παρέτο πέρα από τις άλλες του θεωρίες, ανέπτυξε και την έννοια της «βέλτιστης ανακατανομής», η οποία επιχειρεί να εντοπίσει εκείνη την κατανομή πλούτου, από την οποία η οποιαδήποτε απόκλιση θα επιφέρει χειροτέρευση της θέσης κάποιου από τους παίκτες. Κανένας από όσους λαμβάνουν μέρος στην κατανομή των πόρων (ή πλούτου) δεν μπορεί να λάβει περισσότερα, χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος κάποιου άλλου.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Υπουργός Οικονομικών, Χαρίλαος Σταυράκης, σε συνέντευξη του στον Φιλελεύθερο, τάχθηκε κατά της προσαύξησης των μισθών των Δημοσίων Υπαλλήλων. Η αντίδραση της ΠΑΣΥΔΥ ήταν άμεση, και προειδοποίησε αμέσως για κινητοποιήσεις και «μέτρα» σε περίπτωση που ο υπουργός προχωρήσει με μία τέτοια πολιτική. Τελικά, ο Υπουργός, αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις, αναγκάστηκε ουσιαστικά να πει «παραιτώ» από την προσπάθεια.
Η κατάσταση, φυσικά, δεν προσφέρεται για αυστηρά παρετιανή ανάλυση. Ωστόσο, υπάρχει ένα εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η βέλτιστη κατά Παρέτο ανακατανομή σχετίζεται με την αποτυχημένη προσπάθεια του κ. Σταυράκη να «δοκιμάσει τα νερά» για ένα πάγωμα μισθών. Όπως και στην κατά Παρέτο βέλτιστη κατανομή, η βελτίωση της κατανομής υπέρ ενός «παίκτη» συνεπάγεται την χειροτέρευση της θέσης κάποιου άλλου: νέες αυξήσεις των μισθών στο δημόσιο ισοδυναμούν με περεταίρω χειροτέρευση της κατανομής πόρων για τον ιδιωτικό τομέα.
Η πορεία ύφεσης που παίρνει πια η κυπριακή οικονομία, έχει καταστήσει πασιφανή τα προβλήματα του δημοσίου κορβανά. Πέρα από το γεγονός ότι τα αυξημένα έσοδα των τελευταίων δύο χρόνων ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, όπως είχε αμέσως σημειωθεί από την Κομισιόν, το δημόσιο είναι ακόμα αντιμέτωπο με δύο γάγγραινες, τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τα έξοδα για την δημόσια υγεία. Αυτές οι προκλήσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση ακόμα και την βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Κάποιες κινήσεις, που έπρεπε άλλοι να είχαν κάνει νωρίτερα, έγιναν. Ωστόσο, ακόμα και το «πραγματικό αποθεματικό» του ΤΚΑ είναι και πάλι εικονικό, αφού δεν προσφέρεται για αύξηση των αποδόσεων του ταμείου. Ο ισολογισμός του προϋπολογισμού δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε και το όριο του 3% έχει μεγάλη σημασία άμεσα. Το πρόβλημα, αντιθέτως, είναι πρώτον πως τα σημερινά ελλείμματα θα πρέπει να αποπληρωθούν στο μέλλον, όταν οι πιέσεις για ΓΕΣΥ και συντάξεις θα είναι ακόμα πιο έντονες, και δεύτερο, πως τα σημερινά ελλείμματα λειτουργούν ως τροχοπέδη για τολμηρές αποφάσεις ως προς τα προβλήματα των δημοσίων οικονομικών.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει κανείς να δει την τοποθέτηση Σταυράκη, αλλά και με γνώμονα το δεδομένο ότι η δημόσια υπηρεσία είναι μία διογκωμένη μηχανή που μπορεί να είναι «δημόσια» αλλά σπάνια είναι «υπηρεσία» για τους πολίτες παρά το γεγονός ότι άπαντες κρίνονται ως «άριστοι».
Η σπουδή με την οποία η πιο προνομιούχα ομάδα του πληθυσμού αντέδρασε στις προτάσεις του Υπουργείου Οικονομικών, δεν το απαλλάσσει, φυσικά, και από τις δικές του ευθύνες. Η κριτική πως δεν δικαιολογούνται νέες θέσεις εργασίας στο δημόσιο χωρίς πρώτα να γίνουν ουσιαστικά βήματα για την βελτίωση της παραγωγικότητας, ισχύει. Η εναλλαξιμότητα θα λύσει μερικά μόνο από τα προβλήματα. Οι υποσχέσεις για μείωση της γραφειοκρατίας προχωρούν με απελπιστικά βραδείς ρυθμούς. Τέλος, το πάγωμα μισθών από ένα κράτος που, 14 μήνες μετά την υπόσχεσή του, δεν μπόρεσε να στοχεύσει ένα επίδομα, μάλλον ως άστοχο μπορεί να κριθεί.
Ωστόσο, η πρόταση για πάγωμα των μισθών στο δημόσιο, όπου οι μισθοί είναι πολύ υψηλότεροι από τον (πιο παραγωγικό) ιδιωτικό τομέα, δεν είναι εκ φύσεως κακή επιλογή εν μέσω κρίσης. Η τοποθέτηση Σταυράκη, τη στιγμή, μάλιστα, που η ΑΤΑ δεν επηρεάζεται και αποτελεί εγγύηση αυξήσεων τα επόμενα χρόνια, δεν μπορεί να θεωρηθεί άδικη.
Η οικονομική συγκυρία έχει καταστήσει πιο εμφανή τον αποπνιγμό του ιδιωτικού τομέα από το δημόσιο. Έχει, μάλιστα, καταδείξει και την έκταση του φαινομένου. Η παρετιανή ανάλυση κρίνει ως βέλτιστη την κατανομή των πόρων με μοναδικό κριτήριο το κατά πόσον κάποιοι από τους παίκτες έχουν να «χάσουν» εάν υπάρξει βελτίωση της θέσης κάποιων άλλων. Πέρα από το γεγονός ότι η περεταίρω διόγκωση του δημοσίου θα γίνει εις βάρος του ιδιωτικού τομέα, πρέπει να έχουμε υπόψη ακόμα ένα σημείο: η παρετιανή ανάλυση –εννοιολογικά- δεν ασχολείται με το κατά πόσον είναι δίκαιη η κατανομή, μόνο εάν είναι αποδοτική. Εάν, για παράδειγμα, ένα μέρος του πληθυσμού απολαμβάνει, πέρα από την ασφάλεια εργασίας και την σιγουριά πως η απόδοσή του θα κριθεί ως άριστη, και υψηλούς μισθούς, μπορεί αυτό να είναι «βέλτιστη κατανομή» κατά Παρέτο. Δεν είναι όμως δίκαιο, ιδίως σε μία κοινωνία όπου περισσότεροι από ένας στους οκτώ νέους είναι άνεργοι, και όπου οι πιο ικανοί νέοι επιλέγουν, τελικά, την μετανάστευση. Τελικά, μάλλον θα την πάρουν την αύξηση οι «εργαζόμενοι» του δημοσίου, και θα ασκηθεί ακόμα μία πίεση στον ιδιωτικό τομέα.