Το αρχικό κείμενο εδώ.
Μέχρι το 1975, όμως, η παραγωγή σιτηρών μειώθηκε τόσο, που η Σοβιετική Ένωση άρχισε να αγοράζει σιτηρά από τις ΗΠΑ και τον Καναδά.
Οι κλιματικές διακυμάνσεις, η φθορά των μηχανημάτων, η υποχώρηση της αποτελεσματικότητας των συνεταιρικών κολχόζ και κυρίως η εξάντληση των εδαφών, όμως, δεν είχαν ληφθεί υπόψη. Και, αναπόφευκτα, αυτές οι διακυμάνσεις είχαν τη δική τους, φυσιολογική επιρροή στο τελικό αποτέλεσμα. Ο τότε πρωθυπουργός Αλεξέι Κοσίγκιν φέρεται να είπε πως ο λάθος υπολογισμός δεν είχε να κάνει με τις καιρικές συνθήκες: «Υπολογίσαμε λάθος εμάς τους ίδιους.»
Οι διαφοροποιήσεις στις παραδοχές, ακόμα και μικρές, είναι εξαιρετικής σημασίας και οι αναλύσεις ευαισθησίας αποτελούν κεντρικό μέσο αντιμετώπισης της μεγάλης αβεβαιότητας όταν γίνονται εκτιμήσεις για το μέλλον. Όταν, για παράδειγμα, ένα συνταξιοδοτικό σύστημα εκτιμά πως η αύξηση της γεννητικότητας θα κινηθεί από 1,35 στο 1,55, το μεγάλο ερώτημα είναι σε τι βασίζεται αυτή η εκτίμηση. Οι επί μέρους χορηγίες που δίνονται, όχι για να αυξηθεί η γεννητικότητα, αλλά για να μπορούμε να προσποιηθούμε πολιτικά πως «λάβαμε μέτρα», δεν αρκούν και δεν θα αλλάξουν κάτι. Η αύξηση της μετανάστευσης, με νέες δημογραφικές ομάδες, αν αποτελεί απάντηση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε όλες τις παραδοχές και όχι μόνο στη γεννητικότητα – για παράδειγμα στα επίπεδα μισθών και στα έτη καταβολής εισφορών.
Ακόμα περισσότερο, όταν εκτιμάται πως το όριο αφυπηρέτησης θα αυξηθεί μαζί με το προσδόκιμο ζωής, μια εκτίμηση που σαφώς κρίνεται ως υπεραισιόδοξη, και ιδίως όταν ακυρώνονται για πολιτικούς λόγους τα λεγόμενα «πέναλτι», μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως η συγκεκριμένη παραδοχή κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορεί να επαληθευτεί. Ακόμα και μικρές διαφοροποιήσεις –στις 8.000 μετανάστες τον χρόνο που απαιτούνται, στους ρυθμούς ανάπτυξης, στους ρυθμούς αύξησης της απασχόλησης και των μισθών, ακόμα και στην αύξηση της παραγωγικότητας– μπορούν να διαφοροποιήσουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα.

Η μελέτη στην οποία στηρίζεται η εκτίμηση για τη βιωσιμότητα του ΤΚΑ είναι ποιοτική και αξιόπιστη. Δεν εμπεριέχει αδυναμίες που να θέτουν σε αμφιβολία την αρτιότητα της μελέτης ή των ευρημάτων της.
Ωστόσο, οι παραδοχές στις οποίες βασίζεται –και οι οποίες δόθηκαν στους αναλυτές εξωγενώς– υπόκεινται σε αμφιβολίες, αν μη τι άλλο, λόγω και του μεγάλου χρονικού ορίζοντα τον οποίο καλύπτουν.
Έτσι, με δεδομένο πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψει κανείς το μέλλον και δη το μέλλον για τα επόμενα 30 με 40 χρόνια, η όποια διαφοροποίηση στο συνταξιοδοτικό θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή. Σίγουρα, τα σημερινά δεδομένα επιτρέπουν αύξηση των συντάξεων. Σίγουρα, όμως, η υποφερτή σύνταξη για όλους θα προκύψει μόνο σε συνάρτηση και με τους Πυλώνες 2 και 3, τους οποίους σήμερα οι προθέσεις αφήνουν στο ράφι για μεταγενέστερες αποφάσεις. Γνωρίζουμε, επομένως, εκ των προτέρων πως η «μεταρρύθμιση», στην απουσία των Πυλώνων 2 και 3, θα είναι μερική και θα απαιτεί μεταγενέστερη ολοκλήρωση, κάτω από ιδιαζόντως επισφαλείς πολιτικές συνθήκες. Η πρόθεση ρίχνει ομίχλη σε ένα ήδη θολό τοπίο.
Επομένως, πέρα από τις πιθανές διαφοροποιήσεις στον «καιρό», στο «σύστημα» και στη «μηχανική» με την οποία θα συγκρατηθεί η παραγωγικότητα του συστήματος, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η «γονιμότητα του εδάφους» στο οποίο θα αναπτύξουμε τις αλλαγές μας.
Με δεδομένο ότι οι εισφορές θα αυξηθούν στο 27% σχεδόν των μισθών, ένα σημαντικό βάρος για τα μελλοντικά πραγματικά εισοδήματα, θα πρέπει η ανάπτυξη των Πυλώνων 2 και 3 να λάβει υπόψη, όχι μόνο την απόδοση αλλά και το βάρος των συνολικών εισφορών. Η κατανομή των εισφορών, με τη δικαιολογία πως «τα μισά τα βάζει ο εργοδότης», αγνοεί τον απαράβατο οικονομικό κανόνα πως «η οκκά εν τετρακόσια»: Μπορούν οι πολιτικοί να το λένε για να παραπλανήσουν τους εργαζόμενους πως η εισφορά θα είναι (ή θα φαίνεται) μικρότερη, αλλά στην τελική αυτό δεν διαφοροποιεί το φορολογικό χάσμα και δεν αλλάζει την επίδραση στους αληθινούς μισθούς.
Σε κάθε περίπτωση, η απόδοση των επενδύσεων (όταν θα γίνουν), σε συνδυασμό και με τις μακροοικονομικές και δημογραφικές αλλαγές των επόμενων ετών, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα ή τουλάχιστον αβέβαια. Και γι’ αυτό καθίσταται ακόμα πιο σημαντικό να γίνουν με άκρα προσοχή οι όποιες αλλαγές, σίγουρα λαμβάνοντας υπόψη πως η εικόνα για τους μισθούς και τις συντάξεις του μέλλοντος δεν μπορεί να είναι σαφής όσο θα απουσιάζουν από την εικόνα οι Πυλώνες 2 και 3.