Μια πτυχή της ιστορικής απόφασης για υποβολή της αίτησης στην ΕΟΚ, την οποία δεν πρέπει να προσπερνάμε: Η αίτηση για ένταξη δεν ήταν ούτε ασφαλής, ούτε «φυσιολογική» εξέλιξη στην ιστορική πορεία της Κύπρου. Ήταν μια πράξη ακραίας πολιτικής τόλμης και σπάνιας διορατικότητας.
Ο Γιώργος Βασιλείου υπέπεσε σε πολλά λάθη, κατά βάση πολιτικά και κατά κανόνα εστιαζόμενα στην προσωπική του πορεία μετά το τέλος της προεδρίας του. Δεν υπέπεσε, όμως, σε ηθικά ολισθήματα. Κι αυτό τον κατατάσσει σε μια σπάνια ομάδα πολιτικών.
Η προεδρία του Βασιλείου αποτέλεσε την ουσιαστική μεταπολίτευση της Κύπρου. Με αυτήν μπήκε τέλος στην πρώτη μακαριακή και μετάμακαριακή φάση της κυπριακής ιστορίας. Ανέλαβε όταν η κατοχή είχε πλέον εδραιωθεί ως πραγματικό γεγονός, όχι μόνο στη συνείδηση των πολίτικών ηγετών και αναλυτών, αλλά και στη συνείδηση της κοινωνίας. Όταν ακόμα η σημερινή γενιά ηγετών ήταν μαθητές δημοτικού, ιδεολογικά πολωμένοι, έτρεχαν σε διαδηλώσεις και έπαιζαν πετροπόλεμο με τους ΟΗΕδες στον Άγιο Κασσιανό, επειδή έτσι θα απελευθερωθεί η πατρίδα.

Για την εσωτερική διακυβέρνηση θα ειπωθούν, αυτές τις ημέρες, πολλά: Για το περιβόητο διάβασμα εφημερίδας, για τις πολιτικές ταυτότητες, για τις ειδήσεις που δεν ξεκινούσαν πια με τον Πρόεδρο, ακόμα κι αν δεν υπήρχε η παραμικρή είδηση. Θα ειπωθούν, ελπίζω, και για τους ημικρατικούς, την κρατική μηχανή και την ελευθεροφωνία. Και, ας μη ξεχνάμε τις αντιστάσεις για το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το οποίο δεν ήθελαν πολλές πολιτικές δυνάμεις, με το επιχείρημα πως θα διαβρώσει τις σχέσεις με την Ελλάδα, αφού οι φοιτητές δεν θα πήγαιναν στην μητέρα πατρίδα για σπουδές.
Κορυφαία του όμως στιγμή ήταν προφανώς η αίτηση για ένταξη στην ΕΟΚ, δεκατέσσερα χρόνια πριν ολοκληρώσει, πάλι ο ίδιος, την ένταξη μας στην ΕΕ. Το πολιτικό ήθος μιας πιο πρωτόγονης εποχής, όπου ο Γλαύκος Κληρίδης αποτελείωσε τις πιθανότητες πολιτικής επαναφοράς του Βασιλείου και στη συνέχεια του ζήτησε να αναλάβει το πιο σημαντικό πόστο της δεύτερής του πενταετίας και της ιστορικής μας πορείας, περνά απαρατήρητο. Αποτελεί, όμως, ίσως το απόγειο του πολιτικού ήθους, και για τους δύο, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς την δύσκολη μεταξύ τους σχέση, τις έντονες διαφωνίες -έως και κατηγορίες- οι οποίες όμως δεν αποτέλεσαν ποτέ μέρος της εξίσωσης στη λήψη αποφάσεων και στην συνεργασία για το καλό του τόπου.
Η αίτηση για ένταξη, όμως, ενώ καταγράφεται ως ιστορικό γεγονός, συχνά συζητείται εκτός του ευρύτερου πλαισίου. Απλά ως υπενθύμιση, αξίζει, όμως, να έχουμε υπόψη κάποια στοιχεία της αίτησης. Πρώτο, ότι γενικότερα, η Κύπρος βίωσε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, χωρίς σχεδόν να το πάρουμε είδηση. Η πλοήγηση των περίεργων, ύπουλων και άκρως επικίνδυνων υδάτων της περιόδου 1989-1992, ήταν τόσο ομαλή για την Κύπρο, που θα έπρεπε να διδάσκεται.
Δεύτερο, οι τουρκικές απειλές για την αίτηση ένταξης ήταν ακραίες και τρομακτικές. Ήταν πιο έντονες από εκείνες που ακούστηκαν αργότερα για τους S-300, αφορούσαν τη λογική της «έμμεσης Ένωσης» και έκαναν ρητή αναφορά στο γεγονός ότι «δεν θα υπάρξει όριο» σε μια τέτοια εξέλιξη. Μάλιστα υπήρξαν κινήσεις στρατευμάτων και διπλωματική «υπενθύμιση» πως το ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό προέκρινε μηδενικές αντιδράσεις αν η Τουρκία «λάβει μέτρα» για να αποτρέψει μια Ένωση διά της πλαγίας.
Τρίτο, τα πολιτικά δεδομένα εντός Κύπρου δεν πρόκριναν αίτηση για ένταξη. Ακόμα και δυνάμεις που ήταν καταφανώς υπέρ της αίτησης, κατ’ ιδίαν υποστήριζαν μια αίτηση «αλλά αργότερα».
Η αμηχανία που επικρατούσε ήταν τέτοια, που κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει το άμεσο μέλλον: Ακόμα και η Ουγγαρία, η οποία με τη δική της πολιτική έριξε το Τείχος του Βερολίνου, ακόμα και η Αυστρία, δεν ήταν σαφές πώς θα κινηθούν. Το κομμουνιστικό κόμμα της Ιταλίας λάμβανε συνεδριακή απόφαση για τη διάλυσή του, η Τσεχοσλοβακία χώριζε βελούδινα και ο Τσαουσέσκου κοίταζε την κάννη πολυβόλου, δίπλα στη σύζυγό του Ελένα, στημένος στον τοίχο ενός δημοτικού. Η Γιουγκοσλαβία φαινόταν πως σύντομα θα αποτελέσει πρόβλημα, η Ρωσία έμπαινε σε αναταραχή και οι Γάλλοι πανικοβάλλονταν με την ιδέα της ενοποίησης των Γερμανών.
Ήταν ξεκάθαρο πως η Κύπρος δεν θα μπορούσε να προλάβει την τέταρτη Διεύρυνση, η οποία τελικά έγινε το 1995 και επομένως, ναι να υποβάλουμε αίτηση, αλλά «πρώτα να κάτσει η σκόνη», όπως λεγόταν κατ’ ιδίαν. Ίσως ο μόνος ειλικρινής θιασώτης της αίτησης «τώρα, αμέσως, σήμερα», ήταν ο Αλέξης Γαλανός. Ταυτόχρονα, το ΑΚΕΛ, με το οποίο κυβερνούσε ο Βασιλείου, είχε τις δικές του έντονες επιφυλάξεις, μερικώς ιδεολογικές και μερικώς γεωπολιτικές, για την αίτηση. Το γεγονός ότι η ένταση στις σχέσεις Βασιλείου-ΑΚΕΛ επήλθε μετά τις προεδρικές εκλογές του 1993,(όχι, δεν τον «πούλησαν» για να φύγει) και όχι με την αίτηση για ένταξη, λέει πολλά, τόσο για τον Βασιλείου, όσο και για το ΑΚΕΛ.
Πίσω από την καππακωτή και το αφοπλιστικό χαμόγελο, ο Βασιλείου έκρυβε το πιστόλι της Ιστορίας.
Τράβηξε τη σκανδάλη και υπέβαλε αίτηση μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Με το ένα μάτι στο εσωτερικό, με το άλλο στην ταραγμένη Ευρώπη και τον Κόλπο, και με την ψυχή στο στόμα απέναντι σε μια εκνευρισμένη και έτοιμη να αντιδράσει, Τουρκία.
Η αίτηση για ένταξη δεν ήταν ούτε ασφαλής, ούτε «φυσιολογική» εξέλιξη στην ιστορική πορεία της Κύπρου. Ήταν μια πράξη ακραίας πολιτικής τόλμης και σπάνιας διορατικότητας.
Ο Γιώργος Βασιλείου αφήνει πίσω του πολλά, τα οποία αυτές τις ημέρες θα ειπωθούν από πολλούς. Η διάθεση -στα όρια του πόθου-για να λυθεί το Κυπριακό θα μείνει επίσης έντονα. Αλλά το πολιτικό ήθος, η διορατικότητα, το μάτι στην ευρύτερη εικόνα, και η κατόπιν υπολογισμό διάθεση να πάρει ρίσκα, πρέπει να μας καθοδηγούν ως μέρος της σύγχρονης ιστορίας μας, με ένα χρέος που, στον άνθρωπο που θάψαμε χτες, δεν θα πληρωθεί ποτέ.
ΥΓ. 1. Εδώ, δεν μιλάμε για τον άνθρωπο, για τον οποίο τα λόγια θα ήταν ακόμα πιο κολακευτικά, αλλά ανήκουν σε μια πιο ιδιωτική σφαίρα. Μιλάμε μόνο τον Βασιλείου ως φορέα ιστορίας, στον οποίο οφείλουμε μεγάλο χρέος σαν κοινωνία.
ΥΓ.2. Τον Γιώργο τον Βασιλείου δεν τον αποχαιρετάς. Είναι παντού- στην ευρωπαϊκή μας πορεία που συνέλαβε και ολοκλήρωσε, στην εφημερίδα που διαβάζεις στο γραφείο, στους θεσμούς που κτίστηκαν, στην ισονομία χωρίς κομματικές ταυτότητες, στην διάθεση για συνεργασία με όλους.
Αλλά πέρα από αυτά, είναι πάντα παρόν στις ιδέες – στη θέση της Κύπρου στον κόσμο όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, στη σημερινή μας εμμονή με την αξιοκρατία, στην ανεξαρτησία των θεσμών, στην ίση μεταχείριση πολιτικών χώρων στη δημόσια σφαίρα, στην απαίτηση για μια Κύπρο σύγχρονη: Ιδέες που αυτός εισήγαγε και έθρεψε στη δημόσια σφαίρα.