Ως μήνας πένθους, τιμών και μνήμης, ο Αύγουστος είναι ένας δύσκολος μήνας στην Κύπρο. Η θεωρία που θέλει καταστροφές κάθε δεκαπενταύγουστο συνήθως επαληθεύεται, αν και κάθε φορά ελπίζουμε να την γλιτώσουμε. Ωστόσο, τα πολλά μνημόσυνα, οι θρησκευτικές γιορτές και η ζέστη των εκκλησιών μας, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως μια ευκαιρία για να σκεφτούμε κάποια πράγματα.
Στο κάθε ερώτημα, διάφοροι θεολόγοι και θρησκειολόγοι έχουν έτοιμες ξύλινες απαντήσεις, οι οποίες προσφέρονται πάντοτε με την ελπίδα πως η κάπως «ανεβασμένη» γλώσσα που απαγγέλλουν θα μας πείσει, άσχετα με την ουσία της απάντησής τους και τις ανακρίβειες που συνήθως λέγονται. Ενώ συνηθίζεται -ιδίως τέτοιες μέρες- ο εθνικός ύμνος στις εκκλησίες μας, δεν μπορώ να αποφύγω την σκέψη πως τα τελευταία χρόνια οι μόνοι νεαροί που πάνε τακτικά στους ιερούς ναούς, είναι ξένοι. (Ναι, πάνε οι νέοι, μια φορά τον χρόνο για κάποιο μνημόσυνο.) Ο «φιλόχριστος ημών στρατός» αναφέρεται, τόσο στις δικές μας εκκλησίες σε Κύπρο και Ελλάδα, όσο και στις ξένες.
Η ίδια ευχή -και ορισμός ως «φιλόχριστος στρατός»- απευθύνεται και στον στρατό άλλων χωρών, όπως τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Βέλγιο. Στο Βέλγιο, μάλιστα, πέρα από τις δεήσεις για τους τοπικούς άρχοντες, γίνεται κάθε Κυριακή και προσωπική αναφορά στους βασιλείς της χώρας, Αλβέρτο και Παύλα.
Άρα, ποια είναι, πραγματικά η σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και του έθνους; Διότι, οι σχέσεις της με το κράτος, είναι ένα πράγμα. Η σχέση της με το έθνος, είναι άλλο. Για τους Έλληνες που ζουν και θρησκεύονται στο εξωτερικό, όμως, κάποια στιγμή -μεταξύ εθνικού ύμνου και απόλυσης- η σκέψη είναι αναπόφευκτη: Η Ορθοδοξία, τελικά, είναι «Ελληνική»;
Διότι αν είναι Ελληνική, δεν μπορεί να είναι Οικουμενική.
Αυτή η συνειδητοποίηση, φυσικά, δεν αναιρεί τον ρόλο που έχει διαδραματίσει το ελληνικό έθνος στην επιβίωση και εξάπλωση του Χριστιανισμού, και δη της Ορθοδοξίας, τόσο κατά τη «Ρωμαϊκή» εποχή μέχρι το 1453, όσο και στους σύγχρονους καιρούς. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ του έθνους και της εκκλησίας παραμένουν κάτι το δύσκολο. Μπορεί κάποιος να είναι αφοσιωμένος και στα δύο, αλλά να επιθυμεί τον διαχωρισμό τους; Προσωπικά, θεωρώ πως ο Εθνικός Ύμνος δεν έχει θέση μέσα στην Εκκλησία -και δη πριν την απόλυση- διότι ανατρέπει μια σχέση που θα έπρεπε να είναι σαφής: Η εκκλησία θα έπρεπε να ευλογεί το έθνος και να προσεύχεται γι αυτό, και το έθνος να διατηρεί την θρησκεία κοντά στην καρδιά του και να διατηρεί ζωντανή την διάθεση για κάθε θυσία για χάρη της.
Αυτό, όμως, διαφέρει από την πλήρη ταύτιση έθνους και θρησκείας, η οποία, εξάλλου, πολέμησε τους «εθνικούς» με μένος που θύμιζε μάλλον Ρωμαίο αυτοκράτορα παρά Χριστιανούς. Ακόμα, και για θρησκευτικούς λόγους, ο εθνικός ύμνος πριν την απόλυση είναι κάπως προβληματική πρακτική: Είναι μέρος του μυστηρίου; Έχει μεταφυσική, θρησκευτική αξία, ή μήπως απλά έχει εξευτελιστεί τόσο πολύ το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας που, πέρα από τρίτες παρεμβάσεις, πάνε και αμιγώς πολιτικές ομιλίες; Κι αυτό θέτει, με την σειρά του ένα άλλο ερώτημα που αφορά ιδιαίτερα την Ορθοδοξία. Δεν μπορεί κανείς να απορρίπτει από μόνος του και αυθαίρετα ιερά και όσια της Εκκλησίας. Ωστόσο, κάποιες αγιοποιήσεις, τιμές και παραδόσεις της Εκκλησίας, προκαλούν τουλάχιστον αμηχανία. Η κλασσική απάντηση «οι Άγιοι πατέρες έκριναν ότι…» δεν λύνει τα ιστορικά ερωτήματα. Η γιορτή της Ορθοδοξίας τιμά ένα πολιτικό γεγονός, μετά το οποίο οι νικητές εικονολάτρες εκδικήθηκαν τους εξίσου ακραίους εικονομάχους, με διωγμούς (φυσικούς αλλά και πολιτικούς), αναθεώρηση και στρέβλωση της καταγεγραμμένης Ιστορίας και απόδοση δικών τους εγκλημάτων στους «εχθρούς».
Ταυτόχρονα, όταν οι θεολόγοι μας ερωτούνται για την εικονολατρία της Εκκλησίας μας, η οποία βρίσκεται στις παρυφές της ειδωλολατρίας, απαντούν πως ο βασικότερος ρόλος των εικόνων είναι να λειτουργούν ως υπόδειγμα, να δίνουν παράδειγμα και να υπενθυμίζουν στους πιστούς τις αρετές που πρέπει να έχει ο πιστός. Δεν δίνεται, όμως, καθαρά θεολογική απάντηση, αν και η μάχη των εικόνων θεωρείται η στιγμή κατά την οποία «σώθηκε» η Ορθοδοξία. Αυτές οι σκέψεις είναι σημαντικές, διότι καταδεικνύουν το εύρος στο οποίο η ιστορικές/πολιτικές εξελίξεις και τοποθετήσεις της Εκκλησίας μετατράπηκαν -με παπικό σχεδόν κυνισμό- σε «θεολογικά» ζητήματα, τα οποία μάλλον δείχνουν να εξυπηρετούν πεζούς, κοσμικούς στόχους της εκκλησίας παρά την σωτηρία των πιστών. Ακόμα, η αγιοποίηση αυτοκρατόρων (και άλλων) χάρη στις πολιτικές τους πράξεις επίσης προκαλεί αμηχανία και απορία στους πιστούς που προσπαθούν να ψάξουν λίγο περισσότερο τις παραδόσεις της εκκλησίας.
Ο καθένας μπορεί να έχει τη δική του απάντηση για αυτά τα ερωτήματα. Ίσως το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι να τεθούν. Να τα σκεφτούμε, να τα συζητήσουμε και να τα εξετάσουμε, παρά να ακολουθούμε την τόσο διαστρεβλωμένη λογική του «πίστευε και μη ερεύνα» που μετατράπηκε σε «κάνω ότι θέλω» από την θρησκευτική μας ηγεσία.
ΥΓ: Εάν, ας πούμε, ο «φιλόχριστος» στρατός των ΗΠΑ κτυπηθεί μια μέρα με τον φιλόχριστο στρατό του Βελγίου, ποιος από τους δύο θα είναι φιλοχριστότερος;
Μα, λένε τον Εθνικό Υμνο στις εκκλησίες; (Αληθινή ερώτηση – πρώτη φορά το ακούω!)