Το γενναίον ψεύδος των συνδικάτων

Παρά τις σατιρικές αναφορές του Ιουβενάλη για τη «φρούρηση» μιας «δραστήριας» νεαρής από φρουρούς που ήταν επιδεκτικοί στις επιθυμίες της, το ερώτημα «quis custodiet ipsos custodes?» (ποιος θα φρουρεί τους ίδιους τους φρουρούς;) είναι πολύ σοβαρό. Σε κάθε κοινωνία υπάρχει μια άρχουσα τάξη, από την οποία οι λιγότερο τυχεροί πρέπει να προστατευτούν. Όταν, όμως, οι φρουροί-προστάτες, με τις τοποθετήσεις και τις καθοδηγήσεις τους, δεν εξυπηρετούν τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των ατόμων που προστατεύουν, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό κοινωνικό κενό, αφού αυτούς κανείς δεν τους φρουρεί.

Η κατάσταση σήμερα στην Κύπρο θυμίζει με έναν καταθλιπτικό τρόπο τη σωκρατική άποψη ότι η κάθε κοινωνία χρειάζεται ένα «γενναίον ψεύδος», με το οποίο να εξασφαλίζεται η κοινωνική δομή, να νομιμοποιείται η διαστρωμάτωση της κοινωνίας στα μάτια των υποδεέστερων τάξεων και να εξαγοράζεται η κοινωνική ειρήνη. Το γενναίον αυτό ψεύδος μπορεί να εντοπιστεί και στη δική μας κοινωνία.

Έστω και άθελά τους, οι ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος φαίνεται πως έχουν δημιουργήσει ένα λεξιλόγιο αρκετά εύηχο, με το οποίο προωθούνται πολιτικές οι οποίες εκ πρώτης όψεως στηρίζουν τα μέλη των συνδικάτων, αλλά, με μια δεύτερη ματιά, φαίνεται πως εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα της ανώτερης τάξης των ηγεσιών.

Με την επιμονή ότι οι λεγόμενοι «έχοντες και κατέχοντες» πρέπει να πληρώσουν για την κρίση, δίνουν την εντύπωση πως η οικονομία χωρίζεται αποκλειστικά σε δύο τάξεις: στους επιχειρηματίες, που θεωρούνται όλοι «έχοντες», και στους υπαλλήλους, που θεωρούνται όλοι «χαμηλά αμειβόμενοι». Μέσα από αυτό τον απλοϊκό – και αναληθή – διαχωρισμό, επιχειρείται η προώθηση πολιτικών που, αν ψηφίζονταν στη Βουλή, θα είχαν σημαντικές επιπτώσεις στους εργαζόμενους.

Με αυτή τη στάση, όλοι είναι καταδικασμένοι να αδικηθούν και, τελικά, να την πληρώσουν. Ο μικρός επιχειρηματίας (π.χ. ο περιπτεράς, ο μηχανικός ή ο μικρός καταστηματάρχης) ανέλαβε ένα ρίσκο και υψηλά δάνεια για να ανοίξει μία επιχείρηση. Γι’ αυτό και πρέπει να τον στηρίξει η κοινωνία: Αυτός είναι που στην κυπριακή οικονομία προσφέρει τις πιο πολλές θέσεις εργασίας στους χαμηλόμισθούς. Και εάν δεν αυξηθούν οι εργασίες του, δεν θα αυξηθούν ούτε οι μισθοί, αλλά αντίθετα μπορεί να κινηθεί προς αναγκαστικές απολύσεις. Αφού, όμως, ούτε ο ίδιος ούτε οι υπάλληλοί του είναι μέλη συντεχνιών, προτιμά ο συνδικαλισμός να του αυξηθεί ο φόρος παρά να γίνουν διορθωτικές κινήσεις εκεί όπου υπάρχει πραγματικό πρόβλημα. Και, μάλιστα, η αύξηση του φόρου για τους μικρούς κατά 600 ευρώ – όπως λέχθηκε στη Βουλή την Πέμπτη – είναι μεγάλη και μπορεί να ισούται με κάτι παραπάνω από ακόμα μία δόση στο δάνειό του.

Εν τω μεταξύ, ουδέποτε μίλησαν τα τελευταία δύο χρόνια οι συνδικαλιστικές ηγεσίες για τόνωση της παραγωγικότητας, ίσως διότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα ως κάτι που να αφορά τους ίδιους. Παρά το γεγονός ότι η μεγαλύτερη ισχύς των εργαζομένων έγκειται στο πόσο απαραίτητοι και πόσο αναντικατάστατοι είναι για τους εργοδότες τους, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν πιέζουν για μέτρα που να αυξάνουν την παραγωγικότητα και την ισχύ των εργαζομένων. Αντ’ αυτού, εξισώνουν τους βολεμένους με εκείνους που εργάζονται σκληρά, και συμβάλλουν σε μια από τις μεγαλύτερες αδικίες που βλέπουμε στην κυπριακή κοινωνία.

Προτιμούν, επίσης, η ΑΤΑ να δίνεται εξίσου σε όλους τους σήμερα δικαιούχους, άσχετα με το αν ο μισθός τους είναι 850 ή 5.000 ευρώ. Ενώ πρώτοι οι συνδικαλιστές θα όφειλαν να απαιτήσουν την αναθεώρηση του θεσμού εις βάρος των δεύτερων και υπέρ των πρώτων, προτιμούν το σημερινό καθεστώς. Κάποιος αφελής μπορεί να διερωτηθεί αν η ηγεσία των συνδικάτων λαμβάνει υπόψη το προσωπικό της συμφέρον ή το συμφέρον των χαμηλόμισθων μελών τους.

Ακόμα, με την επιμελή αποφυγή της πραγματικής αξιολόγησης, τουλάχιστον στο Δημόσιο, δημιουργούνται πάμπολλες ανισότητες και αδικίες: Η πλασματική αξιολόγηση των πάντων ως «άριστων» σημαίνει πως οι πιο σκληρά εργαζόμενοι και ικανοί δημόσιοι υπάλληλοι των χαμηλών κλιμάκων θα καθυστερήσουν να ανεβούν τη σκάλα της ιεραρχίας. Αντ’ αυτού, πιο χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι καταδικάζονται στην απραξία και οι λιγότερο ικανοί αλλά «παλαιότεροι» θα είναι πάντα προϊστάμενοί τους.

Ακόμα, δεν ακούσαμε καμία πρόταση για αύξηση της απασχόλησης, ιδίως για τις πολύ μικρές ή οικογενειακές επιχειρήσεις που απασχολούν υπαλλήλους με χαμηλούς μισθούς. Σιγήν ιχθύος τηρούν επίσης και για το γεγονός ότι οι πιο φτωχοί φορολογούμενοι – που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στις ιδιωτικές αγορές επιπλέον εισόδημα μετά την αφυπηρέτησή τους – θα χρυσοπληρώνουν τα παχυλά εφάπαξ και τις συντάξεις (άνευ εισφορών) του Δημοσίου. Ούτε γι’ αυτό ενοχλήθηκαν οι ηγεσίες του συνδικαλισμού.

Αντίθετα, προτιμούν να διατηρούν τα λεγόμενα «κεκτημένα», που κάποτε ενίσχυαν τους βιοπαλαιστές, αλλά κάτω από οικονομικές δομές που σήμερα δεν υπάρχουν. Η αντιθετική λογική ότι ο περιπτεράς έχει περισσότερα κοινά με έναν μεγάλο επιχειρηματία αντί με έναν υπάλληλο μεσαίου ή χαμηλού εισοδήματος, οδηγεί σε πλασματικούς κοινωνικούς διαχωρισμούς, τους οποίους τελικά θα πληρώσει ο χαμηλόμισθος.

Αυτό είναι το «γενναίον ψεύδος» του συνδικαλισμού, από το οποίο επωφελείται η εύπορη ηγεσία του και την πληρώνει το απλό μέλος της συντεχνίας. Καταλήγουν, έτσι, σε εύηχα συνθήματα («να πληρώνουν οι έχοντες»), τα οποία θα πλήξουν, πριν τους έχοντες, πρώτα τα απλά μέλη των συνδικάτων, και η ερώτηση παραμένει: Ποιος θα τα προστατέψει από τους προστάτες τους;

Ένα σχόλιο

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.