Με το New Deal του Ρούσβελτ, η αμερικανική οικονομία, που ήταν μια από τις χειρότερα επηρεασμένες από την ύφεση του 1930, πήρε μπρος και βρήκε μόνη της τον ρυθμό της. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, Χέρμπερτ Χούβερ, ο Ρούσβελτ μείωσε τους φόρους και τα επιτόκια και αύξησε τις δαπάνες, θέτοντας την οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης. Οι μεγάλες και εύστοχες δαπάνες υποδομής, σε συνδυασμό και με εκτενείς νομοθετικές αλλαγές και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, δημιούργησαν μια νέα δυναμική στις ΗΠΑ. Πρώτον, τόνωσαν τη συνολική ζήτηση στην οικονομία, με αποτέλεσμα να γλυτώσει η χώρα από την παγίδα ρευστότητας στην οποία είχε βρεθεί και να δημιουργηθεί ένας κύκλος ανάπτυξης. Δεύτερον, με τις νομοθετικές αλλαγές ενισχύθηκε η αγορά εργασίας και η επιχειρηματικότητα, ενώ ταυτόχρονα οι υποδομές βελτίωσαν τη γενικότερη δυναμική της οικονομίας.
Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για τον «πετρελαϊκό» σταθεροπληθωρισμό της δεκαετίας του 1970, οι κεϋνσιανές δαπάνες δεν αποτελούν λύση. Ωστόσο, οι λύσεις αυτές παρέμειναν εξαιρετικά αποδοτικές. Όπως σημείωσε ο Πολ Κρούγκμαν, συνήθως δεν είναι απαραίτητη η αλλαγή πλεύσης, αλλά κάποιες απλές «μηχανικές» επιδιορθώσεις και η «μηχανή» της οικονομίας μπορεί να ξαναπάρει μπρος.
Το βαθύτερο συμπέρασμα της κρίσης του 1930 ήταν, εξ αρχής, πως η μακροοικονομική δημοσιονομική πολιτική, η νομισματική πολιτική, ή ένας συνδυασμός των δύο, μπορεί (σχεδόν πάντα) να ανατρέψει μια ύφεση. Ωστόσο, σε μια σειρά από οικονομικές κρίσεις στα τέλη του περασμένου αιώνα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) – που γνώριζε καλά τον Κέυνς – επέβαλε στους «ασθενείς» του λύσεις που μάλλον θύμιζαν τον Χούβερ παρά τον Ρούσβελτ. Μετά την άσκηση πιέσεων για πλήρη φιλελευθεροποίηση των αγορών, χωρίς όμως τη δημιουργία ρυθμιστικού και εποπτικού θεσμικού πλαισίου, το ΔΝΤ πίεσε και για αυξημένους φόρους και επιτόκια και για μειωμένες δαπάνες. Η κρίση της νοτιοανατολικής Ασίας αποτέλεσε ένα μάθημα για εμάς τους υπόλοιπους, στην πλάτη της δικής τους – προσωρινής – μιζέριας.
Κάποιος είχε σκοτώσει τον Κέυνς, κι αυτός δεν ήταν ο «αντίπαλός» του, φον Χάγιεκ.
Φάνηκε, κάπως εύκολα, πως το ΔΝΤ επέμενε στα σκληρά μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα οποία θα «σκότωναν» την ανάπτυξη, διότι υπήρχε κάποια μεγαλύτερη ανάγκη από την ανάπτυξη. Αυτή η ανάγκη ήταν να αποφευχθεί ο πανικός των επενδυτών και η φυγή των κερδοσκόπων που τον συνοδεύει. Αν οι αγορές συνέχιζαν να εγκαταλείπουν τις χώρες αυτές και εάν οι κερδοσκόποι συνέχιζαν να επιτίθενται στα νομίσματα των ασιατικών κρατών και ενέτειναν τα «σορταρίσματα», το πρόβλημα θα ήταν μεγαλύτερο.
Η κατάσταση σήμερα στην Ελλάδα είναι παρόμοια με εκείνη στην Ινδονησία, τη Μαλαισία και τη Νότιο Κορέα στο γύρισμα του αιώνα. Σίγουρα, και το ευρώ εξασφαλίζει νομισματική ασφάλεια και δεν υπάρχει φόβος άδειων χρηματοκιβωτίων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ωστόσο, η κίνηση των spread αποκαλύπτει μια εικόνα συγκρίσιμη με εκείνη της ασιατικής κρίσης. Οι επενδυτές εγκαταλείπουν τη χώρα, οι καταθέτες φεύγουν και ο δανεισμός του κράτους καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολος και πιο ακριβός. Ενώ το ΔΝΤ έμαθε σχετικά εύκολα το μάθημα ότι η πλήρης απορρύθμιση των αγορών αποτελεί συνταγή καταστροφής και δέχτηκε την ανάγκη για ενίσχυση των θεσμών ως προϋπόθεση για το άνοιγμα των αγορών, δεν κατάφερε ποτέ να βρει μια λύση για το πρόβλημα της κερδοσκοπίας. Έτσι, ενώ γνωρίζει πως οι συνταγές του δημιουργούν το δίλημμα μεταξύ δημοσιονομικής εξυγίανσης και ανάπτυξης, δεν κατάφερε να βρει μια εναλλακτική λύση.
Η μοναδική κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση εντοπίζεται σήμερα στην Ε.Ε., όπου, μετά τις κινήσεις της Άνγκελα Μέρκελ για απαγόρευση των γυμνών short τοποθετήσεων, οι Βρυξέλλες κινούνται προς αυστηρή ρύθμιση των επενδυτικών ταμείων.
Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, (όπως στην Κύπρο) το δίλημμα είναι αποτρέψιμο. Μπορεί η Κομισιόν να διαπράττει την αμαρτία του ΔΝΤ, αγνοώντας την ανάπτυξη και εστιάζοντας αποκλειστικά στη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά η Κύπρος δεν χρειάζεται ακόμα απελπιστικές λύσεις όπως η Ελλάδα. Η τόνωση της ανάπτυξης πρέπει να παραμείνει πρωταρχικός στόχος και η δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει να είναι απότοκο μεσοπρόθεσμων αλλά ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων και όχι κινήσεων που μόνο λογιστές μπορούν να ικανοποιήσουν. Αλλιώς θα είναι παροδική. Τα πλαστά διλήμματα που θέτουν τους εργαζόμενους εναντίον των επιχειρηματιών, απλώς βλάπτουν και τους δύο, ενώ η συνδικαλιστική προσέγγιση της κυβέρνησης αποτελεί εγγύηση ότι πραγματικές μεταρρυθμίσεις δεν έπονται. Η ανοικτή τοποθέτηση της κυβέρνησης υπέρ των ΣΠΙ και κατά των τραπεζών συμβάλλει στην επιδείνωση της πιστωτικής στενότητας και ενθαρρύνει τις επικίνδυνες λύσεις των «ειδικών προσφορών». Χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στην επενδυτική πολιτική του ΤΚΑ και χωρίς ουσιαστικά κίνητρα στον τουρισμό, είτε για έξοδο είτε για αναβάθμιση, τίποτα δεν μπορεί να επιτευχθεί. Ακόμα, η αβεβαιότητα για τις φορολογικές και άλλες κινήσεις της κυβέρνησης μειώνει τις επενδύσεις.
Υπάρχουν ακόμα λύσεις που θα φέρουν ταυτόχρονα οφέλη στην κοινωνία και τα δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, ακόμα και οι δαπάνες του Δημοσίου έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη, διότι οι σπατάλες ενισχύουν την αραίωση (crowding out) αντί την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Χρόνος και προτάσεις υπάρχουν. Το μόνο που μένει είναι η αλλαγή στάσης και (λίγη, έστω) πολιτική τόλμη, αλλιώς, αντί να μπούμε στον δρόμο του Ρούσβελτ (με κλειδί τις μεταρρυθμίσεις), θα ακολουθήσουμε εκείνον του εντελώς αποτυχημένου Χούβερ.