Μήπως φταίνε ο Γάλλοι;

Το 1929, ο Χέρμαν Στρέσεμαν, ο μεγάλος Γερμανός ηγέτης του μεσοπολέμου, εισηγήθηκε την δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος για την Ευρώπη. Μετά από άλλο ένα παγκόσμιο πόλεμο, συνεχείς ψυχροπολεμικές κρίσεις και οικονομικές υφέσεις, τελικά η ιδέα συνελήφθη εξήντα χρόνια αργότερα μέσα από μια ανιαρή αλλά ιστορική Έκθεση που έλαβε το όνομα του Ντελόρ.

Το ευρώ αποτέλεσε στοιχείο συνένωσης στην δυτική Ευρώπη την στιγμή που η δικτατορική ηγεμονία της Σοβιετικής Ένωσης μεταλλασσόταν σε στοιχείο διάσπασης. Η Ευρώπη, πια, θα μπορούσε να έχει ένα ενιαίο νόμισμα μέσα από το οποίο να αντιμετωπίσει αυτό που ο ντε Γκωλ θεωρούσε οικονομικό defi americaine (αμερικανική πρόκληση). Οι αμερικάνοι μπορούσαν να εξαγάγουν τον πληθωρισμό τους, να πιέζουν τα άλλα νομίσματα και να αποτελούν το κατεξοχήν νόμισμα αποθεμάτων στην υφήλιο. Δεν ευθυνόταν μόνο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, αλλά και η αδυναμία όλων των χωρών (ίσως με εξαίρεση την Ιαπωνία) να προβάλουν αντίσταση στους αμερικάνους. Ταυτόχρονα, όμως, το ενιαίο νόμισμα αποσκοπούσε και σε κάτι παραπάνω από την ένωση των οικονομιών και την εδραίωση της Κοινής Αγοράς.

Με το κοινό νόμισμα, τα κράτη εγκατέλειπαν κάθε ικανότητα να ασκούν νομισματική πολιτική. Η επιλογή της υποβάθμισης ήταν πάντοτε μια προσφιλής πολιτική των κυβερνήσεων που αντιμετώπιζαν κρίση. Με την υποβάθμιση καθιστούσαν φθηνότερες τις εξαγωγές τους και προκαλούσαν μια έμμεση αλλά πραγματική μείωση μισθών, ενώ ταυτόχρονα όσο από το χρέος τους είχε εκδοθεί στο εγχώριό τους νόμισμα, γινόταν πιο φθηνό. Φυσικά, η μέθοδος αυτή είχε πάντοτε προβλήματα. Έδιωχνε ξένες επενδύσεις, αύξανε την αξία του χρέους που είχε εκδοθεί σε ξένα νομίσματα, προκαλούσε πληθωριστικές τάσεις των οποίων η θεραπεία ήταν φρικτή.

Η ενιαία αγορά δεν μπορούσε να αντέξει κάτι τέτοιο. Έτσι, το ενιαίο νόμισμα αφαίρεσε την ευκαιρία από τις κυβερνήσεις να ασκούν νομισματική πολιτική. Η λογική ήταν απλή: παρά να χρειάζεται μια χώρα υποβάθμιση του νομίσματος, καλύτερα να φροντίσει να μην την χρειαστεί. Μόλις πέντε χρόνια μετά την Έκθεση του Ντελόρ, και ενώ το ECU ήταν άρχισε να ενηλικιώνεται, οι Γερμανοί μυρίστηκαν ένα σοβαρό πρόβλημα. Κάποια από τα μέλη της ΟΝΕ, όπως εκείνους τους απειθάρχητους Ιταλούς που δεν ξέρουν τι είναι το δημοσιονομικό πλεόνασμα, μπορεί να ασκήσουν πιέσεις στο ευρώ και το διαλύσουν. Έτσι γεννήθηκε και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Αφού δεν έχουν κάποιοι πειθαρχεία, ας τους την επιβάλει το σύστημα.

Οι Γερμανοί τότε δεν είχαν καθόλου σκεφτεί πως δεκαπέντε χρόνια αργότερα το πρόβλημα δεν θα ήταν η Ιταλία, αλλά ή Ελλάδα.

Έτσι, με Γερμανική «εντολή», όλοι συμφώνησαν πως τα κριτήρια του Μάαστριχτ θα στηρίζονταν από μια σαφή «διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος». Η κάθε χώρα θα έδινε τα στοιχεία της οικονομίας της και θα ακολουθούσε μια ξεκάθαρη πορεία εντός ορίων. Φυσικά, αυτό δεν κράτησε πολύ. Το 2005 υιοθετήθηκε η πολιτική της απονεύρωσης του Συμφώνου, με την προσθήκη πολλών εξαιρέσεων σε μια πολιτική που, έτσι κι αλλιώς, ουδέποτε ακολουθήθηκε με ευλάβεια.

Το πρόβλημα όμως δεν ήταν ποτέ αυτό. Το πρόβλημα ήταν πως η Γαλλική εισήγηση για «κοινή οικονομική διακυβέρνηση» και «συνεργασία», η οποία συνόδευε την Γερμανική απαίτηση για υπογραφή του Συμφώνου Σταθερότητας, ουδέποτε έγινε αποδεκτή, παρά μόνο στα χαρτιά.

Η γαλλική πρόταση μεταφράστηκε σε γενικόλογες ετήσιες κατευθυντήριες γραμμές χωρίς καμία ουσία, σε εισηγήσεις από το Συμβούλιο στην κάθε χώρα και σε απλές παραινέσεις. Κάθε χρόνο, το κάθε κράτος μέλος της ΕΕ λαμβάνει αυτές τις «εισηγήσεις». Κάθε χρόνο είναι οι ίδιες για το κάθε κράτος, και κάθε χρόνο οι κυβερνήσεις τις αγνοούν.

Σαν χάρτινος δράκος, η κοινή διακυβέρνηση δεν μπόρεσε να πετύχει το παραμικρό. Το γεγονός ότι οι τελικές αποφάσεις περνούν από το Συμβούλιο συμβάλλει σε αυτή την εξέλιξη αποφασιστικά: 27 υπουργοί τα λένε γύρω από ένα τραπέζι, και ο καθένας δεν θέλει να πιέσει τον ομόλογό του διότι θα προκαλέσει εντάσεις μεταξύ των κρατών τους. Αντί, για παράδειγμα, το κείμενο της Κομισιόν να απαιτεί ειδική πλειοψηφία για να τροποποιηθεί ή να περνά το κείμενο από το Κοινοβούλιο όπου αντιπολιτευόμενοι ευρωβουλευτές θα επιθυμούν να ασκήσουν πιέσεις στις κυβερνήσεις τους, ένα απονευρωμένο κείμενο περνά από τα ασφαλή νερά του Συμβουλίου, από το οποίο ισχυρές πιέσεις σπάνια προκύπτουν.

Σήμερα, μετά από χρόνια απειθαρχίας και μετά από χρόνια παραπλανητικών στατιστικών στοιχείων, η Ελλάδα δεν έχει επιλογή παρά να βρει μια λύση χωρίς την άνεση της υποβάθμισης. Είτε θα προχωρήσει με μέτρα που να πείθουν την αγορά μετά από χρόνια παραπλανήσεων, είτε θα αναδιαρθρώσει το χρέος της, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Εκτός, φυσικά, αν σωθεί από τους «κακούς» γερμανούς και το «νεοφιλελεύθερο» ΔΝΤ.

Φυσικά, το πρόβλημα που προέκυψε με την Ελλάδα καταδεικνύει ένα άλλο κενό στην Ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση. Με την τάση να παραποιεί τους αριθμούς και τα στατιστικά στοιχεία, η Ελλάδα κατάφερε να μπει πρώτα στην ΟΝΕ και μετά να την φέρει στο χείλος του γκρεμού. Η πολιτική να δέχεται η eurostat τα στοιχεία όπως της τα στέλλουν υπηρεσίες των κρατών που δεν είναι αυτόνομες, αλλά υπάγονται σε αιρετούς πολιτικούς προϊστάμενους, αποδείχθηκε μάλλον προβληματική.

Τελικά, για όλα φαίνεται πως φταίνε οι Γάλλοι, που δεν μπόρεσαν να επιβάλουν, όπως κατάφεραν οι Γερμανοί, και την δική τους παράλληλη λογική στην οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης. Γιατί αν υπήρχε πυγμή πίσω από την γαλλική λογική, τότε ο γερμανογαλλικός άξονας θα απέτρεπε την αναξιοπρέπεια της σωτηρίας από άλλους.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.