Του κυρίου δεηθώμεν…

…να μας βάλει νου. Ξαφνικά, θυμήθηκε ξανά η Εκκλησία πως είναι εθνικός μηχανισμός και πως έχει λόγο και Λόγο στο εθνικό ζήτημα. Κόπασε λίγο και μετά άρχισε, πάλι, να θυμάται την ιστορία της νήσου όπως την θέλει για να λέει ο προκαθήμενος την άποψή του.

Το 1571 ήταν ένα καλό έτος για την Εκκλησία. Οι Φράγκοι, που συνέχισαν τα τερτίπια των Ενετών, αντικαταστάθηκαν από τους Οθωμανούς. Η εκκλησία της Κύπρου, από αιρετικός κακός αδερφός των καθολικών, άρχισε πλέον να αντιμετωπίζεται ως ηγέτης του ελληνικού (Ρουμ) μιλλιέτ και ανέλαβε εθνικό ρόλο. Ο καιρός όπου οι ορθόδοξοι επίσκοποι μετακινούνταν σε άσημα χωριουδάκια και υπάγονταν σε καθολικούς ομολόγους τους, έληξε.Ακόμα, η Εκκλησία της Κύπρου, ως η μοναδική επίσημη εκκλησία στο νησί και ως ηγέτης του υποταγμένου λαού, αναδείχθηκε –βάσει Οθωμανικών μηχανισμών- σε εντεταλμένο φοροεισπράκτορα των μουσουλμάνων ηγεμόνων. Όπως λέμε «χαράτσι»; Κάπως έτσι.

Τίποτα από τα πιο πάνω, φυσικά, δεν σημαίνει πως οι Οθωμανοί ήταν «καλοί» κυρίαρχοι, ούτε πως οι διωγμοί επί Οθωμανών ήταν λιγότεροι από τους διωγμούς που υπέστη ο ορθόδοξος πληθυσμός επί καθολικών. Ωστόσο, οι ηγεμόνες χρειάζονταν μυσταρκό. Από αυτή την ιδιότητα, ακριβώς, απορρέουν εκείνα τα προνόμια (οικονομικά κυρίως) που κάποιοι επικαλούνται εν ονόματι Κυρίου σήμερα για να εξασφαλίζουν τα προς το (ευ) ζειν.

Ακομα, πολύ σημαντική είναι και η ιστορική αλήθεια πίσω από τους μύθους στους οποίους στηρίζεται η ιδέα πως η Εκκλησία έχει εθνικό ρόλο. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ήταν, τελικά, επαναστάτης, ή μήπως εκτελέστηκε λόγω κάποιων άλλων καταστάσεων που είχαν να κάνουν με το φάγωμα των λεφτών του αγά; Διότι, εάν ο Κυπριανός εκτελέστηκε ως απατεώνας και όχι ως εθνικός ηγέτης, η όλη ιστορία αλλάζει. Τα ερωτήματα δεν έχουν απαντηθεί πλήρως από τους ιστορικούς, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως ο Βασίλης Μιχαηλίδης, όσο εξαίρετος ποιητής κι αν είναι, δεν μπορεί να θεωρείται «ιστορική πηγή». Εξάλλου, αν μιλάμε για την ευρύτερη Ελληνική ιστορία, η θέση που τήρησε το Φανάρι σε σχέση με την επανάσταση του 1821, είναι μάλλον γνωστή, και δεν συνάδει με τον εθναρχικό ρόλο που θέλει να επικαλείται σήμερα η Εκκλησία της Κύπρου.

Είναι όμως μάλλον αδόκιμο, πάνω στο λείψανο μαρτύρων να διατείνονται κάποιοι πως ο ρόλος της Εκκλησίας επί καιρού των Οθωμανών την καθιστά δικαιωματικά εκπρόσωπο των εθνικών ανησυχιών. Πρώτον, διότι με αυτό τον τρόπο ο θρησκευτικός και πολιτισμικός ρόλος της Εκκλησίας τυγχάνει εκμετάλλευσης από τους προύχοντές της, που με αυτό τον τρόπο επικαλούνται τα θεία για να εμπλακούν στα ανθρώπινα. Δεύτερο, διότι ο «ιστορικός» ρόλος που κάποιοι επικαλούνται δεν είναι καθόλου αγγελικά πλασμένος και δεν απορρέει από την «φυσική» θέση της οργανωμένης θρησκείας ενώπιων του έθνους. Ακόμα, όταν επιμένουν ορισμένοι κληρικοί, πριν την Θεία Κοινωνία (την πιο ιερή στιγμή της Λειτουργίας) να κάνουν κηρύγματα γεμάτα πολιτικές μπηκτές, μπανάλ τοποθετήσεις και έκφραση απόψεων, κάπου φαίνεται πως έχουν χάσει την μπάλα. Διότι, την στιγμή ακριβώς που ο πιστός επιχειρεί (θεωρητικά) να ξεφύγει από τα ανθρώπινα και να επισκεφτεί τα θεία, αυτοί τον κατεβάζουν με τον πιο βίαιο τρόπο, τραβώντας τον από το πόδι για να επισκεφτεί τις πιο πεζές αναζητήσεις. Είναι μάλλον ειρωνικό οι υπεύθυνοι για την πνευματική ζωή να λειτουργούν με τόση πεζότητα: Οι θεματοφύλακες της θεολογίας λειτουργούν με τρόπο θεολογικά αβάσιμο.

Αυτά φυσικά μπορεί να ακούγονται αρκετά ξεπερασμένα. Ελάχιστοι σήμερα ενδιαφέρονται για την θεολογική σημασία της Θείας Κοινωνίας. Ωστόσο, η ουσία είναι πως υπάρχει ένα σοβαρό κενό όσον αφορά τον ρόλο της Εκκλησίας έναντι του Έθνους, και πως ο ρόλος αυτός δεν έχει προκύψει με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται. Έτσι, το pedigree που επικαλείται η Εκκλησία όσον αφορά τον εθνικό της ρόλο είναι μάλλον πλαστό και δεν συνάδει πλήρως με την ιστορική πραγματικότητα. Δεν είναι αναπόφευκτος ο ρόλος της Εκκλησίας ως εθνικός σωτήρ, ούτε ο εθναρχισμός ήταν πάντοτε τόσο αθώο φαινόμενο, αφού μας προέκυψε από την ανάγκη των Οθωμανών να συλλέγουν φόρους με τρόπο αποτελεσματικό. Το φαινόμενο του Μακαρίου σχετίζεται περισσότερο με την προσωπικότητα του και λιγότερο με την ιδιότητά του ως θρησκευτικός ηγέτης. Γι αυτό και είναι μάλλον προσβλητική προς τους ελεύθερα σκεπτόμενους Έλληνες χριστιανούς ο τρόπος με τον οποίο η πίστη τους απαγάγεται από ένα οργανισμό που είναι περισσότερο οικονομικός και λιγότερο πνευματικός.

Ας πούμε, λοιπόν και μία αλήθεια για την ιστορία της εκκλησίας, ας δώσουμε του Θεού τα τω Θεώ και του Καίσαρα τω Καίσαρι, κι ας σκεφτούμε λίγο ο καθένας τον δικό του ρόλο στην κοινωνία, την θρησκεία και την πολιτική (για την οικονομία, τον οβολό και τις μετοχές θα τα πούμε άλλη φορά).

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.