Άρχισε και πάλι ο καυγάς για τα GCE. Δεν είναι ξεκάθαρο τί έχει φταίξει αυτή την φορά. Ίσως να μην έχει επιτευχθεί, τελικά, η «συμφωνία» στην οποία αναφέρεται ο Υπουργός Παιδείας, ο οποίος, εξάλλου, κατέχει και τις ικανότητες να διαμορφώνει, εκ των υστέρων, τα συμπεράσματα των συναντήσεων του. Αυτό το είχε αποδείξει και στη Διανέλλειο Τεχνική Σχολή στη Λάρνακα.
Ίσως ακόμα να έχει επιτευχθεί συμφωνία, όπως λέει ο Υπουργός, και η ΟΕΛΜΕΚ ύστερα να άλλαξε γνώμη, κάτι που επίσης δεν είναι ασυνήθιστο. Σε κάθε περίπτωση, η πρόταση που θα καταθέσει ο Υπουργός Παιδείας στη Βουλή πρέπει να αξιολογηθεί βάσει της ουσίας της, και μόνο. Επομένως, είναι τουλάχιστον άστοχο να σχολιάζεται η πρόταση πριν να την δει κάποιος. Ίσως να βαίνει προς το συμφέρον του τόπου, ίσως όμως να προκαλεί νέες στρεβλώσεις και να πλήττει την ικανότητα των κρατικών πανεπιστημίων να επιλέξουν τους καλύτερους φοιτητές.
Το μέγα ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι ποιος από τους δύο έχει δίκιο, την στιγμή ιδίως που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι – τα δύο κρατικά πανεπιστήμια – τηρούν σιγή και αποφεύγουν να τοποθετηθούν δημόσια. Το ερώτημα, μάλλον, είναι γιατί να έχει άποψη η ΟΕΛΜΕΚ, έτσι κι αλλιώς. Με ποια λογική θεωρείται η ΟΕΛΜΕΚ κοινωνικός εταίρος όσον αφορά στην εισδοχή στα κρατικά πανεπιστήμια;
Οι Έλληνες Λειτουργοί Μέσης Εκπαίδευσης, στο κάτω-κάτω, ούτε διδάσκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ούτε φοιτούν. Το ερώτημα των κριτηρίων εισδοχής αφορά ένα ζήτημα και μόνο: Πώς να εξασφαλιστεί ότι οι καλύτεροι μαθητές, εάν το επιθυμούν, θα γίνονται δεκτοί από τα κρατικά πανεπιστήμια, με τον πιο αξιοκρατικό και δίκαιο τρόπο; Με άλλα λόγια, το ζήτημα αφορά το πώς θα εξασφαλιστεί ότι δεν θα προτιμούνται οι λιγότερο άξιοι φοιτητές σε βάρος των καλύτερων.
Σ’ αυτό το ζήτημα, είναι φανερό πως οι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης θα αποτελούσαν σημαντικό σύμβουλο. Βρίσκονται εξάλλου, σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πως και πόσο παραμορφώνεται η πραγματική εικόνα του κάθε μαθητή μέσα από τα συστήματα βαθμολόγησης. Σίγουρα δεν είναι «εταίροι», ωστόσο, αφού το ερώτημα δεν τους αφορά άμεσα. Το γεγονός ότι ασχολούνται με τόσο ζήλο, καταδεικνύει πως τα κίνητρα της ΟΕΛΜΕΚ είναι μάλλον αλλότρια. Διερωτάται κανείς πόση επιπλέον εργασία, πόση επιπλέον αφοσίωση, και – ας μην κρυβόμαστε – πόσα λιγότερα ιδιαίτερα μαθήματα θα προκύψουν από τις όποιες προτάσεις σχετικά με τα GCE.
Από τη μανία με την οποία η ΟΕΛΜΕΚ κόπτεται για θέματα που δεν την αφορούν, προκύπτει κι ακόμα μία απορία: Τους μαθητές ποιος θα τους σκεφτεί όταν οι καθηγητές τους ενδιαφέρονται πρώτιστα για τον εαυτό τους και ο Υπουργός για την ατζέντα του;