Όταν, εν όψει της έκδοσης του ομώνυμου του βιβλίου, ο Francis Fukuyama έγραφε στο περιοδικό National Interest άρθρο με τίτλο «Το τέλος της Ιστορίας;» (το προοίμιο μιας θεωρίας που θα προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις, και το μένος του «μεγάλου» Samuel Huntington), ο Κουμμουνισμός έβγαζε τους τελευταίους επιθανάτιους ρόγχους του. Ήταν το καλοκαίρι του 1989. Ο Fukuyama ισχυρίστηκε ότι, μετά από την εξέλιξη στα συστήματα διαχείρισης των κοινών – ιεροκρατία, στρατοκρατία, φεουδαρχισμός και καπιταλισμός- η συστημική εξέλιξη (η εξέλιξη των συστημάτων) έφτανε στο τέλος της, με την ανάδειξη της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικό της προορισμό. (Ο όρος «φιλελεύθερη» αφορούσε τα πολιτικά δικαιώματα και όχι την οικονομία).
Φέτος, εν όψει εκλογών, και με πάθημα την διεθνή οικονομική κρίση, ακούστηκε κατά κόρον ότι ο καπιταλισμός έφτανε στο τέλος του, και πως η διεθνής οικονομική συγκυρία αποτελεί για την ελεύθερη οικονομία, ό,τι ήταν και η αποκάλυψη της χλιδής στην οποία ζούσε ο Honeker, για τον Κουμμουνισμό. Οι ψηφοφόροι, ωστόσο, έδωσαν μια άλλη ερμηνεία.
Εν μέσω κρίσης, η λύση που απαίτησαν οι λίγοι ψηφοφόροι που επέλεξαν να εκφραστούν δια της ψήφου τους, ήταν η πιο ορθή λειτουργία της αγοράς, και όχι λιγότερη αγορά. Ενώ όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις κάνουν (επιτέλους) αναφορά στην ανάγκη μεγαλύτερης εμπλοκής του κράτους στην οικονομία, η κεντροδεξιά επιμένει ότι αυτό δεν συνεπάγεται, κατ’ ανάγκη, ότι ο ρόλος της Αγοράς θα περιοριστεί. Το μάθημα είχε γίνει γνωστό από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η απορρύθμιση στην Ασία και Λατινική Αμερική, με τη λογική της «Συναίνεσης της Ουάσινγκτον» («ιδιωτικοποίηση, ιδιωτικοποίηση, ιδιωτικοποίηση») είναι επικίνδυνη εάν θεσμοί, κανόνες και διαφάνεια δεν αναλαμβάνουν να ελέγξουν την Αγορά. Ακόμα και η «νεοφιλελεύθερη» Παγκόσμια Τράπεζα, έμαθε το μάθημα, και άλλαξε, εδώ και μερικά χρόνια, τη στάση της έναντι της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, προωθώντας την ανάπτυξη θεσμών που προωθούν την παρέμβαση, αλλά όχι και τον παρεμβατισμό.
Εν μέσω κρίσης, η συνταγή του παρεμβατισμού και του προστατευτισμού μπορεί μόνο να προωθήσει ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις στην οικονομία που φοβάται η Αριστερά: πολυεθνικά μεγαθήρια, μονοπωλιακό έλεγχο των αγορών και καταβαράθρωση των εργαζομένων. Η ΕΕ φαίνεται να έχει κατανοήσει πλήρως την πραγματικότητα, με πρώτους «πνευματικούς» αναλυτές της τον Wim Kok, του οποίου η έκθεση για τη Στρατηγική της Λισαβόνας οδήγησε στην εκ νέου «εκτόξευση» της εν λόγω πολιτικής, και του Guy Verhofstadt, που κάλεσε τους ηγέτες της Ευρώπης να ακολουθήσουν πιο θερμά τις πολιτικές που επαγγέλλονται.
Η σημασία που δίνεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τουλάχιστον στη θεωρία εάν όχι πλήρως στη πράξη, αποτελεί σημαντικότατη έκφραση του καπιταλισμού ενός χώρου που, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τουλάχιστον, εκφράζεται από την «δεξιά» πτέρυγα των Σοσιαλιστών και την κεντροαριστερή πτέρυγα των χριστιανοδημοκρατών. Σε μία οικονομία όπου υπάρχουν εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση υπηρεσιών, ατόμων, κεφαλαίων και αγαθών, οι μοναδικές επιχειρήσεις που μπορούν να ξεπεράσουν τα εμπόδια, είναι οι μεγάλες πολυεθνικές, που έχουν ένα «στρατό» από δικηγόρους, λογιστές και συμβούλους, των οποίων αποστολή είναι να ξεπεράσουν τα εμπόδια που τους επιβάλλονται στην επέκτασή τους προς άλλες αγορές. Οι μικροί επιχειρηματίες δύσκολα μπορούν να ανταποκριθούν στις πολυδάπανες και χρονοβόρες διαδικασίες. Έτσι, οι πολυεθνικές έχουν μόνο να κερδίσουν από την επιβολή περιορισμών, αφού οι καινοτόμες μικρές εταιρίες, όπως ήταν κάποτε οι θηριώδεις σήμερα Gateway ή Tropicana, δύσκολα μπορούν να επεκταθούν. Το ίδιο συμβαίνει και στην χρηματοδότηση των εταιριών. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι πια αποδεκτό ότι, σε αντίθεση με τις υποθέσεις του Galbraith, οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον σπόνδυλο, τόσο της απασχόλησης, όσο και της καινοτομίας.
Αυτό που απαιτείται για να ικανοποιηθούν οι ανησυχίες της Αριστεράς, είναι σήμερα οι πολιτικές της (κεντρο)δεξιάς, με σκοπό την προώθηση του καπιταλισμού. Κεφαλαιοκράτης, κατά την λογική της Στρατηγικής της Λισαβόνας, δεν είναι η πολυεθνική, αλλά ο μικρός επιχειρηματίας που χρησιμοποιεί ό,τι χρήματα διαθέτει –«κεφάλαιο»- για να βγάλει τα προς το ζην: ο περιπτεράς της γειτονιάς, ο μικρός ταβερνιάρης, ο μηχανικός, ο νεαρός ιατρός και ο νεαρός που ξεκινά μια επιχείρηση. Αυτόν, ακριβώς, τον «κεφαλαιοκράτη» επιχειρεί να στηρίξει η λογική της ελεύθερης οικονομίας και οι πολιτικές που υλοποιούνται χωρίς θέρμη στα κράτη μέλη της ΕΕ, από το Solvit μέχρι την «πιστωτική κάρτα μικρομεσαίων επιχειρήσεων».
Το τέλος της Ιστορίας, τελικά δεν έχει επέλθει με την πτώση του Κουμμουνισμού, όπως επέμενε ο Fukuyama. Η σημερινή κρίση, όμως, αποτελεί επιβεβαίωση της ελεύθερης οικονομίας, και όχι μια ιστορική εξέλιξη που θα αποτελέσει για τον καπιταλισμό ό,τι ήταν για τον Κουμμουνισμό το 1989. Ο διορθωτικός χαρακτήρας της κρίσης, και η (επιτέλους) προώθηση της «πέμπτης ελευθερίας» (της διαφάνειας) αποτελούν την απαρχή μιας νέας εποχής. Το δίλημμα που έθεσε η αγγλοσαξονική λογική της σχολής του Σικάγο, ότι δηλαδή η ανάπτυξη είναι εξίσου σημαντική με την σταθερότητα, σιγά-σιγά εκπίπτει. Η σταθερότητα, η επιλογή που έκαναν οι ηπειρωτικοί ευρωπαίοι αναδεικνύεται εκ νέου ως πιο σημαντική από την ραγδαία ανάπτυξη, και ως εκ τούτου, προκύπτει και μεγαλύτερη προσοχή στη κοινωνική διάσταση της οικονομίας.
[…] από τα γεγονότα μόνο όσοι διάβασαν τον τίτλο του «Τέλους της Ιστορίας» και όχι το ίδιο το […]