Ορφανίδης-Trichet (1-0) στο ημίχρονο

Μετά από την «ανταρσία» Ορφανίδη στο εκτελεστικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ),  όπου επέμεινε στη θέση ότι τα βασικά επιτόκια πρέπει να προσεγγίσουν μηδενικά επίπεδα, η σχετική συζήτηση έχει λάβει διαστάσεις στην Φρανκφούρτη, αλλά και στην διεθνή τύπο. Η πρόσφατη μείωση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης, στο ιστορικό 1,5%, έχει θέσει επί τάπητος το θέμα της επιπλέον μείωσης στο 1%, την οποία ένα μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου αναμένει μέχρι τον Μάη.

Ο κ Ορφανίδης, στις τοποθετήσεις του υπέρ της μείωσης των επιτοκίων, εστιάζει τα σχόλια του στο επιχείρημα ότι, ακόμα και με μηδενικά επιτόκια, οι κεντρικές τράπεζες διατηρούν την ικανότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής, μέσα από μια σειρά από μηχανισμούς που δεν άπτονται (άμεσα) των βραχυπρόθεσμων βασικών ονομαστικών επιτοκίων. Τέτοιοι μηχανισμοί μπορεί να είναι η προσφορά χρήματος (τόσο σε βραχεία βάση Μ1, όσο και, έμμεσα, Μ2), το ενεργητικό των Κεντρικών Τραπεζών (ΚΤ) και τα μεσοπρόθεσμα επιτόκια. Η οικονομική συγκυρία, κατά την λογική του κ. Ορφανίδη, επιβάλλει την μείωση των επιτοκίων, η οποία, εν τέλει, θα καταστεί αναπόφευκτη. Το γεγονός ότι, τόσο διοικητές των ΚΤ της ευρωζώνης, όσο και ο επιχειρηματικός κόσμος της Ευρώπης, αναμένουν περαιτέρω μείωση των βασικών επιτοκίων στο 1%, δικαιώνει την λογική του Κύπριου Διοικητή για προληπτική μείωση.

Η αντίθετη άποψη, ότι η μείωση των επιτοκίων σε μηδενικά επίπεδα θα θέσει την οικονομία σε παγίδα ρευστότητας, βασίζεται στη λογική ότι η παγίδα μπορεί να αποφευχθεί εάν τα επιτόκια παραμείνουν υψηλότερα του μηδενικού. Ενώ, όμως, η Ευρωπαϊκή οικονομία βιώνει πιστωτική στενότητα, η αναμενόμενη συνεχής μείωση της αξίας των τιμών (asset price) απειλεί να συμπιέσει τη συνολική ζήτηση, αφού νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναμένουν μειώσεις σε ακίνητα, μετοχές και τίτλους και διαρκή αγαθά. (Ανάλογη επίδραση θα έχει και στην ζήτηση χρήματος). Αντίθετα, η μείωση των επιτοκίων θα στείλει το μήνυμα ότι οι τιμές (όσο αυτές εξαρτώνται από την νομισματική πολιτική) δεν θα μειωθούν άλλο. Προκύπτει ότι, δια της μείωσης των επιτοκίων σε μηδενικό επίπεδο, μπορεί, έτσι, η ΕΚΤ να τονώσει τη συνολική ζήτηση πριν οι προσδοκίες της αγοράς καταστήσουν την μείωση των βασικών επιτοκίων αναποτελεσματική. Οι εισηγήσεις Ορφανίδη ισοδυναμούν, έτσι, με έκκληση να γίνει το αναπόφευκτο ενόσω η ΕΚΤ εξακολουθεί να ελέγχει –έστω και οριακά- την κατάσταση στην ευρωζώνη.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη όψη στις προτάσεις Ορφανίδη. Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας στέλλει σαφή μηνύματα για την ανάγκη προσαρμογής της νοοτροπίας που επικρατεί σε ένα από τα ιερά θεσμικά τέρατα της ΕΕ. Δια της «ανταρσίας» του, ο κ. Ορφανίδης  έθεσε ενώπιων των συναδέλφων του το ερώτημα κατά πόσον η μέχρι σήμερα γραμμή πλεύσης της ΕΚΤ μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση. Η εισήγηση για μείωση των βασικών επιτοκίων σε μηδενικό επίπεδο –η οποία εν μέρει έχει ήδη υλοποιηθεί αφού το 1,5% θέτει το πραγματικό επιτόκιο κοντά στο μηδέν- προϋποθέτει και διάθεση εκ μέρους της ΕΚΤ να στραφεί σε «ανορθόδοξα» μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής. Υποδεικνύει, επίσης, ότι οι ορθόδοξες υποθέσεις για το πώς λειτουργεί η οικονομία, δεν ισχύουν σε συγκυρίες όπως τη σημερινή. Οι υποθέσεις του βασικού οικονομικού μοντέλου (το οποίο αποτελεί μια παραλλαγή των θεωριών του Hicks σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επενδύσεων-αποταμιεύσεων και ζήτησης-προσφοράς χρήματος), ισχύουν μόνο όταν η οικονομία βρίσκεται σε «φυσιολογικές» συνθήκες. Ο Κύπριος Διοικητής ήταν ο πρώτος που υπέδειξε αυτό το πρόβλημα στην Ευρωζώνη, όπως είχε προ οκταετίας πράξει και ο νομπελίστας Stiglitz  όταν ανέλυε την παγίδα ρευστότητας στην Ιαπωνία. Υπέδειξε, επίσης, δύο ζητήματα που θα έπρεπε μέχρι σήμερα να είχε λάβει υπόψη η ΕΚΤ: πρώτον, ότι τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα επιτόκια είναι πιο σημαντικά από τα βραχυπρόθεσμα, ιδίως όταν επικρατούν συνθήκες όπως οι σημερινές,  και δεύτερο ότι τα αποτελέσματα ης νομισματικής πολιτικής εξαρτώνται από τις προσδοκίες που  προκαλεί η εκάστοτε Κεντρική Τράπεζα στην αγορά. Η αναιμική αντίδραση της αγοράς στην τελευταία μείωση των επιτοκίων, τόσο από την ΕΚΤ, όσο και από την Τράπεζα της Αγγλίας, ενισχύουν αυτό το επιχείρημα.

Φυσιολογικά, ο κ. Ορφανίδης κατηγορήθηκε για διάσταση με την πραγματικότητα, με ομολόγους του να υποστηρίζουν ότι δεν κατανοεί πλήρως τις πολιτικές προεκτάσεις των εισηγήσεων του. Αυτό το γεγονός, όμως, μπορεί να θεωρηθεί και ενδεικτικό της τόλμης που επιδεικνύει με τις προτάσεις του. Παράδειγμα αποτελεί η εισήγηση για δανειοδότηση κρατών, κάτι που δεν δικαιούται να κάνει η ΕΚΤ, τουλάχιστον άμεσα. Ωστόσο, οι εισηγήσεις του κ. Ορφανίδη βρίσκουν όλο και περισσότερη στήριξη στην Φρανκφούρτη, αλλά και στα μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα της ΕΕ. Η ειρωνεία είναι πως, για να αποδειχθεί ότι η επιμονή του κ Trichet ήταν λάθος, και οι παραινέσεις του κ. Ορφανίδη ορθές, ο πρώτος θα πρέπει να υιοθετήσει στην ολότητα τους τις εισηγήσεις του δεύτερου, συμπεριλαμβανομένων και των ανορθόδοξων μηχανισμών επέμβασης που θα αντικαταστήσουν την αλλαγή των βασικών επιτοκίων. Τελικά, εάν, δια των προτάσεων Ορφανίδη, θα μπορέσει να γλιτώσει η Ευρώπη από την παγίδα ρευστότητας από την οποία ήδη απειλείται, και από τον αποπληθωρισμό που ήδη τρομάζει τις αγορές, παραμένει άγνωστο. 

Το σίγουρο, όμως είναι πως ο Κύπριος Διοικητής έχει ήδη ασκήσει επιρροή κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή που δικαιολογούν τα μεγέθη της Κύπρου και της Κεντρικής Τράπεζας. Με σαφή επιχειρήματα, ακαδημαϊκές αναλύσεις αλλά και τόλμη, ο κ. Ορφανίδης ανέδειξε την ΚΤ ως κεντρικό παίκτη για το μέλλον της Ευρωπαϊκής οικονομίας, σε μια εποχή όπου η κρίση φέρνει στο προσκήνιο την ανεπάρκεια της ηγεσίας στην ΕΕ. Όσοι επαγγέλλονται τον «ενεργό ρόλο» της Κύπρου στην ΕΕ, καλά κάνουν να εισπράξουν τα διδάγματα του κ. Ορφανίδη, για να διαδραματίσει η Κύπρος στο Συμβούλιο τον ρόλο που κατάφερε να διαδραματίσει στην ΕΚΤ.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.